Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ

«Σήμερον ο Χριστός παραγίνεται εν τη οικία του Φαρισαίου και γυνή αμαρτωλός προσελθούσα τοις ποσίν εκυλινδούτο βοώσα· Ίδε την βεβυθισμένην τη αμαρτία, την απηλπισμένην διά τας πράξεις, την μη βδελυχθείσαν παρά της σης αγαθότητος· και δος μοι, Κύριε, την άφεσιν των κακών και σώσόν με».

Σήμερον ο Χριστός έρχεται στην οικία του Φαρισαίου και γυναίκα αμαρτωλή, προσελθούσα, κυλιόταν στα πόδια του, λέγουσα: Κοίταξε, Κύριε, αυτή που είναι βυθισμένη στην αμαρτία, την απελπισμένη για τ᾽αμαρτωλά έργα της, την οποία όμως δε βδελύχτηκε η αγαθότητά σου· και δώσε μου την άφεση των αμαρτημάτων μου και σώσε με.

Συνεχίζεται η περιγραφή του συγκινητικού δράματος της πόρνης γυναίκας, η οποία, εισελθούσα στην οικία, κυλιόταν στα πόδια του Χριστού, φωνάζοντας: Λυπήσου, Κύριε, το πλάσμα σου, που είναι βυθισμένο στην αμαρτία, στη ζωή μακριά από το φως και τη χάρη σου, και είναι απελπισμένο για τα πολλά και αναίσχυντα έργα του, και παρά ταύτα δεν το βδελύχτηκε η άπειρή σου αγαθότητα. Δώσε μου, Κύριε, την άφεση των παραπτωμάτων μου και σώσε με.

«Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη, ήπλωσεν Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις· η μεν λαβείν την άφεσιν· ο δε λαβείν αργύρια. Διό σοι βοώμεν τω πραθέντι και ελευθερώσαντι ημάς· Κύριε, δόξα σοι».

Άπλωσε η πόρνη τις τρίχες της κεφαλής της σ᾽ εσένα το Δεσπότη και ο Ιούδας άπλωσε τα χέρια του στους παρανόμους. Καί αυτή μεν (τα άπλωσε) για να λάβει την άφεση, αυτός όμως, για να λάβει αργύρια. Γι᾽ αυτό φωνάζουμε δυνατά σ᾽ εσένα, Κύριε, που πουλήθηκες για να μας ελευθερώσεις (από τη δυναστεία του διαβόλου): Κύριε, δόξα σοι.

Πόρνη και Ιούδας σε ένα θλιβερό αντιθετικό παραλληλισμό. Εκείνη άπλωσε τις τρίχες της κεφαλής της στο Δεσπότη· αυτός άπλωσε τα χέρια του στους παρανόμους. Τα άπλωσαν και οι δύο, για διαφορετικούς όμως λόγους ο καθένας. Εκείνη, που για πολλά χρόνια άπλωνε τα χέρια στους πελάτες της για να λάβει τα χρήματα των αισχρών υπηρεσιών της τώρα, μετανιωμένη, απλώνει τα μαλλιά της κεφαλής της, για να πάρει από το Δεσπότη άφεση των αμαρτιών της. Αντίθετα, αυτός που επί τριετία άπλωνε τα χέρια του να πάρει τα χρήματα του οικονομικού προϋπολογισμού των Αποστόλων (ήταν ο ταμίας και ο διαχειριστής των οικονομικών του κύκλου των μαθητών), τώρα άπλωσε τα χέρια του για να λάβει από τους παρανόμους τα αργύρια της προδοσίας. Μπροστά στα φαινόμενα αυτά, συντετριμένοι οι πιστοί φωνάζουμε: Κύριε, εσύ που τόσο φρικτά πουλήθηκες από το μαθητή σου, για να ελευθερώσεις εμάς, που πουληθήκαμε στο διάβολο δόξα σοι.

«Προσήλθε γυνή δυσώδης και βεβορβορωμένη, δάκρυα προχέουσα ποσί σου, Σωτήρ, το πάθος καταγγέλουσα· Πως ατενίσω σοι τω Δεσπότη; αυτός γαρ ελήλυθας σώσαι πόρνην. Εκ βυθού θανούσάν με ανάστησον, ο τον Λάζαρον εγείρας εκ τάφου τετραήμερον. Δέξαι με την τάλαιναν, Κύριε, και σώσόν με».

Προσήλθε γυναίκα ακάθαρτη και καλυμμένη από βόρβορο, χύνουσα δάκρυα στα πόδια σου, Σωτήρα, φανερώνουσα το πάθος (στο οποίο δούλευαν η ψυχή και το σώμα της). Πως να σε ατενίσω τον κυρίαρχο Δεσπότη; (Σε κοιτάζω) γιατί εσύ έχεις έλθει (στον κόσμο), για να σώσεις εμένα την πόρνη. Αναστησέ με από το βυθό του θανάτου (της αμαρτίας), εσύ που ανέστησες το Λάζαρο την τρίτη ημέρα από του θανάτου του. Δέξε με την ταλαίπωρη, Κύριε, και σώσε με.

Πολύ σπαρακτική η παράσταση της αμαρτωλής γυναίκας στο θείο Διδάσκαλο. Αναδίδουσα την κακοσμία του αισχρού βίου της και αποστάζουσα το βόρβορο των σαρκικών παθών της, μπήκε στο σπίτι του φαρισαίου και άφηνε τα δάκρυά της σαν ποτάμι να πέφτουν στα πόδια του Διδασκάλου. Την ίδια στιγμή φανέρωνε στο Σωτήρα της και Σωτήρα όλου του κόσμου, όλο το περιεχόμενο της ακάθαρτης ζωής της. Είχε όμως μετανιώσει το ελεεινό εκείνο πλάσμα. Μίσησε τα έργα και το βίο της και θέλησε ν᾽ αλλάξει πορεία και να χαράξει νέους προσανατολισμούς. Αυτό είναι το μεγάλο θαύμα της μετάνοιας. Χορηγεί παρρησία στον αμαρτωλό. Το ίδιο δεν έκανε και ο μεγάλος εκείνος άσωτος της παραβολής; Δε θάρρησε στην πατρική αγάπη και συγνώμη, για να πάρει την αλλοτινή θέση του κοντά στον πατέρα, το όνομα του οποίου τόσο βάναυσα διέσυρε διά της αποστασίας του; Καί η αμαρτωλή γυναίκα θάρρησε στην αγάπη και τη συγνώμη του Θεού της. Κύριε, έλεγε, τολμώ να σε ατενίσω ως Σωτήρα μου, γιατί με αγαπάς τόσο, που ήλθες εδώ στη γη για να σώσεις μια πόρνη σαν κι εμένα. Εσύ μου δίνεις το θάρρος να σε πλησιάσω, να πλύνω τα πόδια σου, να ζητήσω τη δύναμή σου, τη γιατρειά μου από την αισχρότητα της αμαρτίας μου. Σύρε με, Κύριε από το βυθό του πνευματικού θανάτου μου, εσύ που με μια σου προσταγή ανέσυρες ζωντανό έξω από τον τάφο τον τετραήμερο Λάζαρο. Δέξε με κοντά σου Κύριε, επιστρέφουσα από τη χώρα της αμαρτίας, και σώσε με.

«Η απεγνωσμένη διά τον βίον και επεγνωσμένη διά τον τρόπον το μύρον βαστάζουσα προσήλθέ σοι, βοώσα· Μη με την πόρνην απορρίψης, ο τεχθείς εκ Παρθένου· μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των αγγέλων· αλλά δέξαι με μετανοούσαν, ην ουκ απώσω αμαρτάνουσαν, Κύριε, διά το μέγα σου έλεος».

Αυτή, που ήταν απελπισμένη για τον αισχρό βίο της και στιγματισμένη απ᾽ όλους για τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής της, ήλθε κοντά σου, βαστάζοντας το μύρο, και φώναζε: Μη με διώξεις μακριά σου την ελεεινή πόρνη, εσύ που γεννήθηκες από Παρθένο· μη παραβλέψεις τα δάκρυά μου, εσύ που είσαι η χαρά των Αγγέλων· αλλά δέξε με μετανοούσα, αυτήν που δεν απώθησες αμαρτάνουσα, Κύριε, για το μέγα σου έλεος.

Ανεβαίνουν συνεχώς οι τόνοι του ψυχικού σπαραγμού της μετανιωμένης πόρνης. Ήταν απελπισμένη για τον αμαρτωλό βίο της. Ποιός τάχα αμαρτωλός δε ζεί ψυχικά στη μαύρη αυτή απελπισία, έστω κι αν οι ηδονές και οι περισπασμοί του βίου σκεπάζουν τον πόνο και τη δυστυχία του; Μπορεί να είναι κανείς σε αναμμένο καμίνι, χωρίς να νιώθει τον πόνο της φωτιάς; Ή να είναι κλεισμένος στη φυλακή, χωρίς να νιώθει το βάρος της ερημιάς και της μονώσεως, τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του; Αλλά και η αμαρτία είναι φωτιά και φυλακή, έστω και αν φαινομενικά δεν τις αντιλαμβανόμαστε.

Η γυναίκα όμως ήταν στιγματισμένη. Τις όμοιές της η κοινωνία τις διασύρει και τις ποδοπατεί, κυρίως οι καθωσπρέπει υποκριτές. Αυτοί που θέλησαν να λιθολήσουν τη μοιχαλίδα, έμειναν με τις πέτρες στα χέρια όταν ο Κύριος άρχισε να γράφει στη γη τα αμαρτήματά τους, μερικά των οποίων ήταν μεγαλύτερα της μοιχείας! Ο άνθρωπος δυστυχώς είναι ζώο κακότροπο και μοχθηρό. Κοιτάζει τις κακίες των άλλων, τους οποίους επικρίνει και ξεφτελίζει, και παραβλέπει τα δικά του παραπτώματα. Σ᾽ αυτό μοιάζει με το διάβολο. Τρώγει το συνάνθρωπο!

Η πόρνη, βαστάζουσα το μύρο, προσήλθε στον Κύριο, κράζοντας: Μη με απορρίψεις, όπως όλοι οι άνθρωποι, Κύριε, εσύ που μόνος μπορείς να το κάνεις, ο μόνος καθαρός και ανειπίληπτος. Εσύ, που δε γεννήθηκες από σπορά ανδρική, αλλά από παρθένο Μητέρα, με τη δύναμη του παναγίου Πνεύματος. Καί όπως έδιωξες τους υποκριτές λιθοβολητές της μοιχαλίδας, κι εσύ, ο μόνος που μπορούσες να τη λιθοβολήσεις, δεν το έκανες, αλλά τη δέχτηκες στην αγάπη σου, έτσι κι εμένα μη με απορρίψεις, αλλά δέξε με σαν κι εκείνη, για να χαρούν οι άγγελοί σου στον ουρανό. Συγχώρησέ με και σώσε με, Κύριε, για το μέγα σου έλεος.

«Κύριε,η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει. Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ· κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις· ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, αφού συναισθάνθηκε τη Θεότητά σου, αναλαμβάνει τάξη (έργο) μυροφόρου και, κλαίοντας, σού προσφέρει μύρα προ του ενταφιασμού σου. Αλίμονο σε μένα, λέγουσα, ότι ζω σε μια νύχτα ζοφερή και ασέληνη, ότι με τρυπά το κεντρί ακολασίας, με πνίγει ο έρωτας της αμαρτίας. Δέξε, Κύριε, τις πηγές των δακρύων μου, εσύ που ανυψώνεις σε νεφέλες το θαλάσσιο ύδωρ. Λύγισε προς τους στεναγμούς της καρδιάς μου, εσύ που με την άφατή σου κένωση (ταπείνωση), έκανες ν᾽ ανοίξουν οι ουρανοί (για να κατέβεις στη γη). Θα γεμίσω τα άχραντα πόδια σου με φιλιά, κατόπιν θα τα σκουπίσω με τις κυματοειδείς τρίχες της κεφαλής μου (τα πόδια σου). Τον κρότο των οποίων η Εύα, αφού άκουσε το δειλινό στον παράδεισο, από το φόβο της κρύφτηκε. Το πλήθος των αμαρτιών μου και τις αβύσσους των κρίσεών σου, ποιός μπορεί να εξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μη με τη δούλη σου παραβλέψεις, εσύ που έχεις αμέτρητο έλεος.

Η περιγραφή του λυτρωτικού δράματος της αμαρτωλής γυναίκας αγγίζει, στο τροπάριο αυτό, την αποκορύφωσή του. Το τροπάριο είναι έργο της διάσημης ποιήτριας του Βυζαντίου, λογίας και ευσεβούς μοναχής Κασσιανής. Πολλοί ταυτίζουν κακώς το πρόσωπο της ποιήτριας με την πόρνη, που άλειψε τα πόδια του Χριστού με μύρο. Πως μπορεί να είναι δυνατή η ταύτιση αυτή, καθ᾽ ην στιγμή η πόρνη έζησε στις ημέρες του Χριστού, από τον οποίο έλαβε άφεση αμαρτιών, η δε Κασσιανή έζησε πολλούς αιώνες μετά; Απλά η Κασσιανή στο ποίημά της εξιστορεί τη μετάνοια της αμαρτωλής εκείνης γυναίκας και τη μεταστροφή της στο Χριστό.

Πρόκειται περί ενός αληθινού αριστουργήματος, που είναι από τα ωραιότερα ποιητικά κομμάτια της βυζαντινής υμνογραφίας μας. Διακρίνεται για την υψηγόρο θεολογική του έμπνευση, το απαράμιλλο κάλλος της εκφράσεως, την ομορφιά του στίχου και την ιεροπρέπεια του βιώματος που αναδύεται από τις γραμμές του, που πηγάζει από μια χριστοποιημένη καρδιά, η οποία πάσχει το αλλοιωμένο πάθος της χάριτος του Χριστού. Στο τροπάριο αυτό πάλλει περίσεμνη η ψυχή της Ορθοδοξίας· δικαίως το ορθόδοξο πλήρωμα ιδιαίτερα το αγαπά και το ακούει με κατάνυξη.

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, ένιωσε ξαφνικά στα πόδια σου το μυστήριο της θεότητάς σου. Είδε στον Υιό της Παρθένου να κρύβεται ο Υιός του Θεού, ο οποίος κατέβηκε στη γη να διακονήσει τον πεσόντα στην αμαρτία άνθρωπο, να τον σώσει από τη δυνάστευση των πονηρών πνευμάτων και να τον οδηγήσει πίσω στον παράδεισο της χαράς και της τρυφής. Άνοιξε αμέσως την καρδιά της στο Θεό, γιατί κατάλαβε ότι αυτή είναι το πρόβατο, που ξεστράτησε από τη μάντρα του ουρανού, το οποίο ήλθε στη γη να βρεί και να σώσει ο στοργικότατος ποιμένας. Πήρε τάξη μυροφόρου, όπως έκαναν κατόπιν οι ευσεβείς γυναίκες και μαθήτριες του Χριστού, οι οποίες ακολούθησαν το νεκρό Διδάσκαλο στο μνήμα, για να μυρίσουν το πανακήρατο σώμα του. Έτσι κι αυτή, με κλάματα, πριν ακόμα ενταφιαστεί ο Χριστός προσφέρει μύρα αγάπης και αφοσιώσεως στο ζωντανό σώμα του, στην οικία Σίμωνα του φαρισαίου. Αλίμονο έκραζε· Τι επιχειρώ, να κάνω εγώ που ζω σε μια βαθιά σκοτεινή νύχτα, από την οποία απουσιάζει το φως της σελήνης, μια νύχτα ντυμένη στα σκοτάδια της παρανομίας που κεντρίζει το σώμα μου οίστρος της ακολασίας και πυρώνει την καρδία μου ο έρωτας της αμαρτίας; Ναί, Κύριε, δεν μπορώ εγώ, η ακάθαρτη, να διακονήσω εσένα τον καθαρότατο Κύριο της δόξης. Κι όμως, Κύριε, τολμώ να το κάνω, γιατί ξέρω ότι αγαπάς τους αμαρτωλούς, η μετάνοια των οποίων λυγίζει την άπειρη ευσπλαχνία σου, νικά την αγαθοσύνη και το μέγα σου έλεος. Είμαι δική σου τώρα, Σωτήρα μου, ήλθες και με πήρες από τα καταγώγιά μου για να μ᾽ ανεβάσεις στη θεία δόξα σου. Δέξε, λοιπόν, τις πηγές των δακρύων μου, εσύ, ο παντοδύναμος Θεός, που τα νερά της θάλασσας τα ανυψώνεις και τα κάνεις σύννεφα. Λύγισε στους στεναγμούς, που βγαίνουν από την πληγωμένη καρδιά μου σαν φωτιά μετάνοιας, εσύ ο Θεός μου που, για να με σώσεις, λύγισες τους ουρανούς με την άφατή σου κένωση, μπαίνοντας στο δικό της κόσμο της ταπείνωσης, της φτώχιας και του μαρτυρικού πόνου. Κι εγώ, Κύριε, ένα τιποτένιο πλάσμα, που δεν μπορώ ν᾽ ανταποκριθώ στο ύψος της αγάπης σου, θα κάνω εκείνο που μπορώ: Θα καταφιλήσω τα άχραντα πόδια σου, τα πόδια σου, τα οποία με κυνηγάγε να με σώσουν, θα τα σκουπίσω με τα μαλλιά της κεφαλής μου. Θα φιλήσω τα ίδια εκείνα πόδια, που άκουσε η Εύα το δειλινό στον παράδεισο, όταν κατέβαινες εκεί να συνομιλήσεις μαζί της. Εκείνη, όμως, έχοντας ένοχη τη συνείδηση από την παρακοή στο πρόσταγμά σου, κρύφτηκε από φόβο για να μη σε ατενίσει. Εγώ όμως αγαπώ τα πόδια σου και τα πνίγω στα φιλιά μου. Ποιός μπορεί τάχα, Σωτήρα μου, να μετρήσει το πλήθος των αμαρτημάτων μου και να εξιχνιάσει την άβυσσο των κρίσεων σου; Κανένας, Κύριε, από τα πλάσματά σου. Εσύ μονάχα γνωρίζεις τις άπειρες βουλές σου. Γι᾽ αυτό μην παραβλέψεις την κάκωση και τον πόνο της καρδιάς μου, εσύ που έχεις αμέτρητο έλεος και αγαθοσύνη απύθμενη!