Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Το Κοντάκιον | ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Το Κοντάκιον
«Υπέρ την πόρνην, αγαθέ, ανομήσας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα· αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος τους αρχάντους σου πόδας, όπως μοι την άφεσιν, ως Δεσπότης, παράσχης των οφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ· Εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαί με».

Αγαθέ Κύριε, αν και αμάρτησα πιο πολύ από την πόρνη όμως δε σού πρόσφερα (όπως εκείνη) βροχή δακρύων μετανοίας αλλά πέφτω στα πόδια σου, σιωπηλά δεόμενος και ασπαζόμενος τα ολοκάθαρα πόδια σου, να μου χορηγήσεις συγχώρηση των πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτήρα μου: Λύτρωσέ με από τον ηθικό βόρβορο των αμαρτημάτων μου και σώσε με.

Ο πιστός στο Κοντάκιο παραβάλλει τον εαυτό του προς την πόρνη γυναίκα, που άλειψε τα πόδια του Χριστού με μύρο. Η γυναίκα πληγωμένη από τη χάρη του Θεού, στρέφεται μετανιωμένη στον Κύριο και εκφράζει τη μεγάλη αγάπη, που άρχισε να φεγγίζει στη σκοτισμένη της ψυχή, με τρόπο άκρως συγκινητικό· μύρισε τα πόδια του Χριστού, εκδήλωση της μεγάλης τρυφερότητας που έτρεφε στο Σωτήρα της, κλαίοντας συγχρόνως και βρέχοντας με τα δάκρυά της τα άχραντα πόδια του. Ενώ αυτός (ο πιστός) αν και πολύ αμαρτωλότερος, ούτε ένα δάκρυ δεν έχυσε, εκφραστικό της μετάνοιας της καρδιάς του. Είναι λιγοστός μπροστά στο πλάσμα εκείνο, που τράπηκε ξαφνικά στην αγάπηση Εκείνου!

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σωπαίνει και να προσεύχεται. Στη σιγή της ψυχής του να νιώθει τον άπειρο Θεό του. Τι χρειάζονται τάχα τα λόγια στο αχανές μυστήριο της θείας απειρίας, που όλα τα περιλαμβάνει και όλα τα γνωρίζει; Ως άνθρωπος όμως δεν μπορεί παρά να εκφράζεται. Δεν έχει άλλη δυνατότητα. Στη βασιλεία του Θεού μόνο δε θα υπάρξει ανάγκη προσευχής. Οι Άγγελοι και οι μάκαρες δεν προσεύχονται στο Θεό. Τον ζούν και τον δοξάζουν. Η προσευχή είναι αναφορά, που προϋποθέτει απόσταση. Είναι σχήμα του κόσμου και της γης. Ο ουρανός είναι βίωση, ένωση, ανάχυση πνευματική, άυλη αμεσότητα. Εκεί δεν προσευχόμαστε, αγαπάμε.

Ο πιστός, λοιπόν, πέφτει νοερά στα άχραντα πόδια του Κυρίου και τα ασπάζεται με πόθο, ζητώντας άφεση των αμαρτιών του και κράζοντας: Από το βόρβορο των έργων μου λύτρωσέ με, Κύριε.

Ο Οίκος
«Η πρώην άσωτος γυνή εξαίφνης σώφρων ώφθη, μισήσασα τα έργα της αισχράς αμαρτίας και ηδονάς του σώματος, διενθυμουμένη την αισχύνην την πολλήν και κρίσιν της κολάσεως, ην υποστώσι πόρνοι και άσωτοι· ων περ πρώτος πέλω και πτοούμαι, αλλ᾽ εμμένω τη φαύλη συνηθεία ο άφρων· η πόρνη δε γυνή, και πτοηθείσα και σπουδάσασα ταχύ, ήλθε βοώσα προς τον λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε και οικτίρμον, εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαί με».

Η γυναίκα, που ήταν προηγουμένως άσωτη, ξαφνικά φάνηκε συνετή, μισήσασα τα αισχρά έργα της αμαρτίας και τις αισχρές ηδονές του σώματος, ενθυμουμένη την πολλή αισχύνη και την καταδίκη της κολάσεως, την οποία θα υποστούν οι πόρνοι και οι άσωτοι μεταξύ των οποίων πρώτος είμαι εγώ, αλλ᾽ επιμένω στη φαύλη μου συνήθεια ο ανοήτος, ενώ η αμαρτωλή γυναίκα και φοβήθηκε και ήλθε γρήγορα, φωνάζουσα προς το Λυτρωτή: Εκ του βορβόρου των αμαρτωλών έργων μου, σώσε με.

Μιά εκ βαθέων εξομολόγηση της πιστεύουσας αμαρτωλής καρδιάς. Με κατάνυξη και αμηχανία φέρει νοερά μπροστά της την αμαρτωλή γυναίκα. Τη βλέπει ξαφνικά ν᾽ αλλάζει υπόσταση. Να μισεί και ν᾽ αποστρέφεται τα αισχρά έργα της αμαρτίας, τα οποία σφράγιζαν τη ζωή της, μέχρι τη μεγάλη συνάντηση. Να μισεί τις επαίσχυντες ηδονές του σώματος, από τις οποίες έτρωγε το μικρό ψωμί της ζωής της, δουλεύοντας νύχτα-μέρα στην πορνεία. Καί να θυμάται την ντροπή την πολλή της αμαρτωλής ζωής, που ντρόπιαζε το κορμί της, κάνοντας το σε πρώτη ζήτηση σκεύος ηδονής. Καί συγχρόνως να θυμάται με τρόμο την αιώνια καταδίκη της κολάσεως, την οποία θα υποστούν, αν δε μετανοήσουν, οι πόρνοι και οι άσωτοι, μεταξύ των οποίων πρώτος είναι αυτός (ο εξομολογούμενος αμαρτωλός), ο οποίος φοβάται το ίδιο την κόλαση, τρέμει την καταδίκη και την απόρριψη και τα δεινά κολαστήρια, κι ωστόσο δεν μπορεί ν᾽ απαλλαγεί από τη φαύλη συνήθεια της πορνείας. Δεινό πράγματι η συνήθεια και δυσκαταγώνιστο. Γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο. Συνήθως πεθαίνει μαζί του και παύει μονάχα στα ψυχρά τοιχώματα του τάφου! Εκφράζει όμως και κάποια ζήλεια προς την αμαρτωλή γυναίκα. Ναί, αυτό συμβαίνει μαζί μου, ταλαιπωρούμαι και κολάζομαι, κυλιέμαι στην αμαρτωλή συνήθεια, ενώ εκείνη και φοβήθηκε, αλλά βρήκε λύση της δυστυχίας της τρέχοντας στον Κύριο και Λυτρωτή της. Μ᾽ εμένα θα συμβεί το ίδιο, ή μήπως πεθαίνοντας θα χαθώ στην άβυσσο της αθλιότητάς μου;
Στίχοι.
«Γυνή βαλούσα σώματι Χριστού μύρον·την Νικοδήμου προύλαβε σμυρναλόην».
Η γυναίκα, που άλειψε το σώμα του Χριστού με μύρο, πρόλαβε το Νικόδημο, ο οποίος άλειψε το σώμα του Χριστού (κατά τον ενταφιασμό του) με μίγμα σμύρνας και αλόης.

«Αλλ᾽ ο τω νοητώ μύρω χρισθείς, Χριστέ ο Θεός, των επιρρύτων παθών ελευθέρωσον και ελέησον ημάς, ως μόνος άγιος και φιλάνθρωπος. Αμήν».

Αλλά συ, Χριστέ ο Θεός μας, του οποίου η ανθρώπινη φύση χρίστηκε με το νοητό μύρο (του Αγίου Πνεύματος), λύτρωσέ μας από τα πολλά πάθη που μας κατακλύζουν, ως μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος. Αμήν.