Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Η Εκκλησιαστική Παράδοση για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. έχουν διαμορφωθεί δύο παραδόσεις περί του τόπου του θανάτου και της ταφής της Θεοτόκου, η ιεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) και η εφεσιανή (Dormitio ephesiana). Η ιεροσολυμιτική είναι η αρχαιοτέρα και η ιστορική παράδοση.

Η εφεσιανή προέκυψε από τα απόκρυφα που μόνον αυτά διισχυρίζονται, ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης όταν μετέβη στην Έφεσο έφερε μαζί του και την Μητέρα του Κυρίου Ιησού. Κατά την ιεροσολυμιτική παράδοση ο ευαγγελιστής Ιωάννης μετέβη στην Έφεσο μετά τον θάνατο της Θεοτόκου. Κατά την ιεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γαρ (δηλ. την Σιών) είχεν η Θεομήτωρ επί γης ενδιαίτημα» (Ανδρέου επίσκοπου Κρήτης, Λόγος εις την Κοίμησιν Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού η Θεοτόκος έζησε ακόμη μερικά έτη πάντοτε στον κύκλο των μαθητών του Ιησού και υπό την ιδιαίτερη φροντίδα και προστασία του ευαγγελιστού Ιωάννου. Πόσα ακριβώς έτη έζησε μετά την Ανάληψη, δεν δύναται να λεχθεί.

Κατά τινα των αποκρύφων έζησε μόνον δύο έτη. Κατ’ άλλα πάλι 22. Ο χρονογράφος Ιππόλυτος ο Θηβαίος (7ος αιώνας μ.Χ.) λέγει, ότι η Θεοτόκος έζησε ακόμη 11 έτη και ότι απέθανε σε ηλικία 59 ετών. (Τεμάχια εκ του χρονολογικού συντάγματος Ιππολύτου του Θηβαίου περί του Χριστού, της γεννήσεως της Θεοτόκου, των Αποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 και εξής). Εξ όσων πάλι σχετικώς λέγει ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης, ότι «προς έσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστήναι των τήδε» φαίνεται ως μάλλον ορθότερη η γνώμη του Ιππολύτου του Θηβαίου.

Κατά πληροφορία από το Εγκώμιο στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (826 μ.Χ.), που προέρχεται από την ίδια ως άνω παραδόση, η Θεοτόκος προαισθάνθηκε την ώρα του θανάτου Της και προσευχήθηκε στον Υιό Της Ιησού και παρακάλεσε Αυτόν, να παρευρεθούν κατά την ώρα του θανάτου Της οι στο κήρυγμα του Ευαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές του Ιησού, «οι λειτουργήσοντες τα εντάφια» Αυτής. Δεν είχε τελειώσει ακόμη η προσευχή και ιδού καταφθάνουν όλοι «οι θεμέλιοι της Εκκλησίας, οι άρχοντες της οικουμένης, οι θαυμαστοί υπηρέται, της εμής κηδείας επιβαίνοντες νεφέλης».

Προς τους εκπλησσομένους για αυτά λέγει ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης «και θαυμαστόν ουδέν, ει το εξάραν Ηλίαν πνεύμα ποτέ και διφρηλάτην ουρανού πυρφόρον αναλαβόν άρτι, τότε κακείνους εξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης εν πνεύματι. Ράστα γαρ τα πάντα τω Θεώ καθώς εν τω Αββακούμ και τω Δανιήλ έγνωμεν».

Κατά τον ίδιο Πατέρα άγιο Ανδρέα τον Κρήτης «παρήν άπας σχεδόν των ιερών Αποστόλων ο θίασος», «των θεοφόρων ο στόλος» και ως αλλαχού ότι, ήτο μεταξύ αυτών «…και αυτός ο Παύλος συν Τιμοθέω και Ιεροθέω». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει στις τρεις ομιλίες του στην Κοίμηση, ότι συμπαρέστησαν και οι Πατριάρχαι της Παλαιάς Διαθήκης, ακόμη δε και αυτοί οι Πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα. Σ’ αυτές εκθέτει την αρχαιοτέρα παράδοση της Εκκλησίας σε πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 και εξής και Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», έκδοσις Ευαγούς Ιδρύματος «Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος», Αθήναι 1970).

Τα κατά τον θάνατο της Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα είναι κατά τον πρύτανι των θεολόγων Πατέρων τα εξής : «Η επί των νεφελών συνέλευση των αποστόλων, η εξύμνηση της θνησκούσης, οι αποχαιρετιστήριοι λόγοι της, η υποδοχή της ψυχής Της από τον Ιησού Χριστό, ο ενταφιασμός του σώματος από τους Αποστόλους, το επεισόδειο μετά του ασεβούς Ιουδαίου που επιχείρησε να ανατρέψει το ιερό σκήνος, η απαγωγή του σώματος από τους Αγγέλους μετά την τριήμερη παραμονή στον τάφο, η υποδοχή του σώματος του Ιησού Χριστού που εμφανίζεται ανάμεσα σε νεφέλες του ουρανού». Η Θεοτόκος, συνεχίζει η παράδοση, ετοιμασθείσα καθ’ όλα «και σχηματισθείσα επί της κλίνης παρέθετο την Αγίαν Αυτής ψυχήν».


Ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης περιγράφει με τα εξής την στιγμή του θανάτου της Θεοτόκου· «προύκειτο γούν εν μέσω το τρίπηχυ και φωτοειδές εκείνο της Θεοτόκου σώμα, λάμπον εις κάλλος και ωραιότητα κύκλωθεν δε άπας ο των Αποστόλων χορός».

Ο συγγραφέας των Αρεοπαγητικών έργων συνεχίζει την περιγραφή της κηδείας της Θεοτόκου (Περί των θείων ονομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ότι «…Είτα εδόκει μετά την θέαν του ζωαρχικού και θεοδόχου σώματος υμνήσαι τους ιεράρχας άπαντας ως ικανός ην έκαστος, την απειροδύναμον αγαθότητα της θεαρχικής ασθενείας» («την εκούσιον δηλονότι του Θεού άχρι σαρκός χωρίς αμαρτίας συγκατάβασιν», ερμηνεύει ο Παχυμέρης).

Κατά την υμνωδία διεκρίθη ο «Μέγας Ιερόθεος», όστις «ων ώσπερ έκδημος εκ του σώματος, όλως εξιστάμενος εαυτού εν τοις ύμνοις, και πάσχων την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων και των γνωρίμων και των μη γνωρίμων θεόληπτος εκρίνετο». 

Ενώ ακόμη ο χορός των Αποστόλων έψαλε και υμνούσε την Θεοτόκο «ιδού παρεγένετο και ο Κύριος μετά δόξης ισχύος αυτού και πάσης στρατιάς ουρανού», λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), και παραλαμβάνει την ψυχή της Θεοτόκου, την οποία και παραδίδει στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. 

Με τη παράδοση αυτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου συνδέεται στενότατα και από της πρώτης εμφανίσεώς της και η περί μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου άλλη παράδοση, σύμφωνα με την οποία η ταφή του παναχράντου σώματος της Θεοτόκου έγινε την επομένη του θανάτου Της.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνωρίζει την παράδοσι εκείνη, κατά την οποία την ώρα της εκφοράς ένας Ιουδαίος επεχείρησε να επιτεθεί κατά της σορού, αλλ’ ευθύς κόπηκαν και τα δύο χέρια του.

Η πληροφορία αυτή ίσως να έχει και μόνον συμβολικό χαρακτήρα, θέλουσα να δηλώσει την έναντι του χριστιανισμού ασέβεια και εχθρική στάση των Ιουδαίων και την τιμωρία τους γι’ αυτά. Το πανάχραντο σώμα της Θεομήτορος, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, έμεινε επί τριήμερο στον τάφο, εκεί κατήλθε και το παρέλαβε ο Ιησούς επί νεφέλης και το ανεβίβασε στους ουρανούς, για να ενωθεί τούτο με την ψυχή της Παρθένου Μαρίας.

Περί του τάφου της Θεοτόκου γίνεται κατά την 5η μ.Χ. εκατονταετηρίδα ευρύτατος λόγος στην Παλαιστίνη και στην Συρία. Από επιστολή αποδιδομένη στον άγιο Ιερώνυμο είμεθα βέβαιοι, ότι κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. ο τάφος αυτός είχε γίνει αντικείμενο Προσκυνήματος από τους Χριστιανούς.

Τα αυτά μας πληροφορεί και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μόδεστος σε λόγο του.
Η θέση του τάφου ευρίσκεται στην Γεθσημανή επάνω στον οποίο ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ο σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός. Ο ίδιος αυτοκράτορας με διάταγμα επέβαλε σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία τον υποχρεωτικό εορτασμό της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου την 15η Αυγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΙΗ’ 28). Η ανωτέρω περί του θανάτου της Θεοτόκου ιεροσολυμιτική παράδοση πρέπει να είναι αρχαιοτάτη· η πρώτη διασωζόμενη γραπτή εμφάνιση της αναφέρεται από τον άγιο Ανδρέα τον Κρήτης (που γεννήθηκε στην Δαμασκό το 660 μ. Χ.) στον λόγο του στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043). 

Η αρχαιοτάτη αυτή εκκλησιαστική παράδοση επηρέασε και τους ύμνους της Εκκλησίας και διασώθηκε κυρίως στο ονομαζόμενο «Ελληνικόν Μηνολόγιον» της 15ης Αυγούστου, Βασιλείου του Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) το οποίο και αξίζει να παρατεθεί.


«Ότε ο Κύριος ημών και Θεός προλαβείν ευδόκησε την εαυτού Μητέρα, δι’ αγγέλου αυτή την αυτής μετάστασιν κατεμήνυσεν. Η δε ακούσασα εχάρη και ανελθούσα εις το όρος των Ελαιών, και προσευξαμένη, υπέστρεψεν εις τον οίκον αυτής. Καί ευτρεπίσασα τα προς την ταφήν άπαντα, εξεδέχετο τον Υιόν αυτής. Καί γενομένης βροντής μεγάλης, παρεγένοντο οι Απόστολοι πάντες εκ των περάτων της γης διά νεφελών προς το κηδεύσαι το άχραντον αυτής σώμα. Καί σχηματισθείσα επί της κλίνης, παρέθετο την αγίαν αυτής ψυχήν εις χείρας του Υιού και Θεού αυτής. Το δε πανάχραντον αυτής λείψανον ταφέν υπό των αγίων Αποστόλων, μετά τρίτην ημέραν ουχ ευρέθη. Ανοίξας γαρ ο Θωμάς τον τάφον προς το προσκυνήσαι το λείψανον (ύστερον γαρ ήλθεν), ουχ’ εύρεν αυτό. Μετέθηκε γαρ αυτό ο Θεός εν τόπω, ω οίδεν αυτός. Ευρέθησαν δε μόναι αι σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αυγούστου Η κοίμησις της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585). Η σκέψη και η διδασκαλία της Εκκλησίας για την μετάσταση δύναται να διατυπωθεί με συντομία ως εξής. Το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου, το οποίο επί εννέα μήνας αξιώθηκε να κρατήσει τον δημιουργό του παντός, χωρίς να υποστεί ουδεμία φθορά και το οποίο έμεινε σε παρθενία και τελεία αγνότητα, δεν ήταν δυνατόν να υποστεί ούτε την φθορά του χρόνου. Ο Δημιουργός του παντός και Υιός της Παρθένου παρέλαβε τούτο στους ουρανούς.

Εάν στην Π.Δ. έχουμε την μετάσταση του Ενώχ και του Ηλιού, του Μωϋσέως και πιθανώς του Ησαίου και του ευαγγελιστού Ιωάννου, κατά μείζονα λόγο ήταν δυνατή και επιβεβλημένη η μετάσταση του παναχράντου και πανάγνου σώματος της Θεομήτορος. Εξ άλλου ο όρος αυτός «μετάστασις» χρησιμοποιείται για να δηλωθεί και ο φυσικός θάνατος κάθε ανθρώπου, όπως αναφέρεται στην 5η ευχή της γονυκλισίας της Αγίας Πεντηκοστής «ζωής τε και τελευτής, της ενταύθα διαγωγής και της εκείθεν μεταστάσεως….» και στην 6η ευχή της ίδιας Ιεράς Ακολουθίας « ουκ έστι……. τοις δούλοις σου θάνατος εκδημούντων ημών από του σώματος και προς σε τον Θεόν ενδημούντων, αλλά μετάστασις….».

Οι τύποι της μετοχής «μεταστάς» χρησιμοποιούνται στους ύμνους και στις ευχές των Ακολουθιών της Εκκλησίας μας για τους κεκοιμημένους. Συνηθίζεται ο κεκοιμημένος να αποκαλείται «ο μεταστάς» εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας στην μετά θάνατο ζωή. Μερικοί μάλιστα των Πατέρων εζήτησαν να στηρίξουν την ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου και γραφικώς στα χωρία της Αποκαλύψεως του Ιωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 και 14). Αλλ’ ως ορθότατα δεικνύεται και από τον αοίδιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Παναγιώτη Μπρατσιώτη στο εκδοθέν υπόμνημά του στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ότι διά της αναφερομένης στους ως άνω στίχους γυναικός νοείται η Εκκλησία καθόλου.

Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος διδάσκει, ότι με την Ανάληψη του Ιησού και την Μετάσταση της Θεοτόκου εισήλθαν πάλιν στον παράδεισο τα σώματα δύο ανθρώπων σε αντικατάσταση των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύας που εκδιώχθηκαν από εκεί. Όλη αυτή την διδασκαλία περικλείει αριστοτεχνικώτατα το απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.


«Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας,
εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης προς την ζωήν,
Μήτηρ υπάρχουσα της ζωής,
και ταίς πρεσβείαις ταίς σαίς λυτρουμένη,
εκ θανάτου τας ψυχάς ημών»


Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ