Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

ΠΡΟΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ως παλαιοδιαθηκικές θεομητορικές προτυπώσεις η προεικονίσεις ορίζονται γεγονότα η αντικείμενα, τα οποία αναφέρονται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και έχουν ερμηνευθεί από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως τύποι του προσώπου της Θεοτόκου και του ρόλου της στο βασικό γεγονός του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, την Ενανθρώπηση του Κυρίου.

Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν π.χ. η Κλίμαξ του οράματος του Ιακώβ (Γεν. 28, 10-22), η φλεγομένη Βάτος που είδε ο Μωϋσής στο Χωρήβ (Εξ. 3, 2-6), η κεκλεισμένη Πύλη από το σχετικό όραμα του Ιεζεκιήλ (Ιεζ. 44, 1-3) κ.α. Το κάθε ένα από τα θέματα που έχουν ερμηνευθεί ως προτυπώσεις εμφανίζει χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αντίστοιχες ιδιότητες του προσώπου της Θεοτόκου και του γεγονότος της υπερλόγου γεννήσεως του Χριστού. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνευτική λογική, η Κλίμαξ π.χ. του Ιακώβ που εκτεινόταν από την γη ως τον ουρανό είναι τύπος της Θεοτόκου, η οποία με την γέννηση του Χριστού ένωσε τα επίγεια με τα επουράνια. Η φλεγομένη και μη καιομένη Βάτος, πάλι, συμβολίζει το αδιάφθορο της παρθενίας της Θεοτόκου. Όπως δηλαδή η Βάτος, παρότι φλεγόταν, δεν κάηκε, έτσι και η Θεοτόκος, αν και γέννησε, παρέμεινε Παρθένος.

Η παρουσία των θεομητορικών προεικονίσεων είναι έντονη και εκτείνεται σε όλους τους τομείς της ζωής και παραδόσεως της Εκκλησίας, δηλαδή στην πατερική γραμματεία, την υμνογραφία, τη λατρεία και όλες τις πτυχές της εκκλησιαστικής τέχνης.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν ευρέως τις προεικονίσεις της Θεοτόκου στα έργα τους. Πολύ σημαντικές σχετικές αναφορές κάνουν οι Πατέρες που προασπίστηκαν την τιμή των εικόνων έναντι της εικονομαχικής αιρετικής προκλήσεως, όπως π.χ. ο αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός (675 περ.-750 περ.), σε μια περίοδο που είναι κατανοητή η κρισιμότης του προσώπου της Θεοτόκου στον υπέρ της πίστεως αγώνα, αφού ακριβώς στην πραγματικότητα της δι' αυτής Ενανθρωπήσεως του Κυρίου βάσιζαν οι Πατέρες την δυνατότητα απεικονίσεως του Χριστού και συνακολούθως της ιδίας της Θεοτόκου και των αγίων. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο του αγ. Ιωάννου Εις την κοίμησιν της αγίας θεοτόκου λόγος πρώτος: «Σε (ενν. Θεοτόκε) βάτος προέγραψε, πλάκες θεόγραφοι προεχάραξαν, νόμου κιβωτός προιστόρησε, στάμνος χρυσή και λυχνία και τράπεζα και ράβδος Ααρών η βλαστήσασα εμφανώς προετύπωσαν».

Ένα άλλο κεντρικό σημείο της διδασκαλίας της Εκκλησίας που αναδεικνυόταν με την ερμηνεία και χρήση των παλαιοδιαθηκικών τύπων ήταν και η ενότητα των δύο Διαθηκών, η οποία πολλάκις είχε αμφισβητηθεί από κατά καιρούς αιρετικούς. 

Στην υμνογραφία της Εκκλησίας οι αναφορές στις θεομητορικές προτυπώσεις είναι επίσης πολυάριθμες. Πολλές χαρακτηριστικές περιπτώσεις απαντούν π.χ. στον Ακάθιστο Ύμνο, ο οποίος κατεξοχήν σχετίζεται με το πρόσωπο της Θεοτόκου. Παραθέτουμε ενδεικτικώς ένα απόσπασμα από τον Γ΄ Οίκο: «Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε, δι' ης κατέβη ο Θεός˙ χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Η σύνδεση διαφόρων παλαιοδιαθηκικών θεμάτων με την Θεοτόκο εκφράζεται με σαφήνεια και στη λατρεία με τη χρήση αποσπασμάτων των σχετικών διηγήσεων ως αναγνωσμάτων στους Εσπερινούς των μεγάλων θεομητορικών εορτών, δηλαδή του Γενεσίου, των Εισοδίων, του Ευαγγελισμού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το απόσπασμα π.χ. το σχετικό με την Κλίμακα του Ιακώβ, που προαναφέραμε, διαβάζεται σε όλες τις θεομητορικές εορτές, πλην αυτής των Εισοδίων.

Τα αναγνώσματα αυτά συνδυάζονται με αντίστοιχες αναφορές σε θεομητορικές προτυπώσεις τόσο στα τροπάρια των ακολουθιών των εορτών όσο και στα πατερικά έργα που αναφέρονται στο περιεχόμενο και τη σημασία των θεομητορικών αυτών εορτών. Προκύπτει έτσι ένα σύνολο με εσωτερική ενότητα και ενιαίο τρόπο διαχειρήσεως των θεμάτων αυτών, των σχετικών με τη Θεοτόκο, αποτέλεσμα της κοινής θεολογικής και ερμηνευτικής τους προσέγγισης.

Το περιγραφέν σύνολο αποτέλεσε την πηγή, από την οποία άντλησε η εικονογραφία. Το ήδη διαμορφωμένο πλούσιο θεολογικό υπόβαθρο αναφορικά με τα θέματα αυτά υπήρξε το πλαίσιο, μέσα στο οποίο έγινε η μεταφορά των θεμάτων αυτών στην τέχνη, και ταυτοχρόνως πρέπει να είναι το ερμηνευτικό κλειδί, με το οποίο αυτά προσεγγίζονται, ώστε να ερμηνεύονται σωστά και με πληρότητα. Η παρουσία και χρήση των θεμάτων των παλαιοδιαθηκικών θεομητορικών προτυπώσεων στην ζωή της Εκκλησίας είναι ενδεικτική για ανάλογα παραδείγματα άλλων θεμάτων. Τα στοιχεία που συνάγονται από αυτή, πέραν της δεδομένης τιμής προς το πρόσωπο της Θεοτόκου, αναδεικνύουν κυρίως τη στενή σχέση της τέχνης με την πατερική θεολογία και την υμνογραφία. Μέσα στα πλαίσια αυτά μόνο μπορεί να ερμηνευθή και να γίνη κατανοητή, ως πνευματικό μέγεθος και όχι ως αυθύπαρκτο ανθρώπινο, άρα πεπερασμένο, δημιούργημα.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Φώτης Κόντογλου: «Η βυζαντινή ζωγραφική μεταμορφώνει τον κόσμο που ζωγραφίζει από υλικόν σε πνευματικόν και, με τα έργα της, δεν έχει σκοπό να συγκινήσει τον άνθρωπο, αλλά να τον αναπλάσει, να κάνει πνευματικό κάθε αίσθημά του»


Ευθυμίου Αναστασίας
Αρχαιολόγου-Θεολόγου, Υποψ. Δρ. Αρχαιολογίας