Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Θαύμα Αγίων Γουρία - Σαμωνά και Αβίβου των Ομολογητών

Οι Ούνοι, έθνος βάρβαρο, πολεμούσαν τους Χριστιανούς. Έφθασαν στην Έδεσσα, αφού κυρίευσαν πολλές πόλεις και τα περίχωρα. Οι βασιλείς των Χριστιανών, έστειλαν πολλούς, στρατιώτες για να βοηθήσουν τους Χριστιανούς της Εδέσσης, ώστε να μη νικήσουν οι βάρβαροι.

Μεταξύ των στρατιωτών, τους οποίους έστειλαν οι βασιλείς, ήταν και ένας γότθος, βάρβαρος, κακότροπος και ολέθριος άνθρωπος; Έμενε στο σπίτι μιας χήρας, που ήταν ευλαβής και συνετή. Ονομαζόταν Σοφία, και είχε μια μονάκριβη θυγατέρα ωραιοτάτη. Βλέποντας την αυτήν κάθε μέρα ο άσεμνος αυτός και κακότροπος, την ερωτεύθηκε. Προσποιήθηκε, λοιπόν, ότι ήταν πλούσιος και καλός άνθρωπος, και παρακάλεσε την μητέρα της κόρης με πανουργίες και κολακείες να του την δώσει γυναίκα του νόμιμο.

Αλλά η μητέρα δεν δεχόταν με κανένα τρόπον. Όταν λοιπόν είδε ο γότθος, ότι δεν κατάφερε τίποτε με την ταπείνωση, άρχισε τις φοβέρες. Μα η μητέρα της κόρης του αρνήθηκε πάλι λέγοντας : —Μη ελπίζεις να σου δώσω την κόρη μου, ούτε με φοβερισμούς, ούτε με κολακείες, θα ήταν μεγάλη μου ανοησία να δώσω το παιδί μου σε ένα άγνωστο βάρβαρο, που όπως νομίζω έχει γυναίκα και παιδιά, όπως μου είπε κάποιος άνθρωπος.

Τότε ο αδιάντροπος ορκίστηκε στο όνομα του Κυρίου, ότι είναι ακόμη ελεύθερος, και θα κάμει την θυγατέρα της κυρία όλου του πλούτου του. Ύστερα από τους όρκους του η Σοφία σαν γυναίκα ευκολόπιστη πίστεψε τον ασεβή εκείνον. Ύψωσε τα μάτια και τα χέρια στον ουρανό, σαν να ήθελε να εγγυηθεί ο Κύριος για την ασφάλεια της κόρης της, και είπε: Δέσποτα Κύριε, προστάτεψε την ορφανή αυτή, που παντρεύω με τον άγνωστο αυτόν στρατιώτη, στον οποίον την εμπιστεύθηκα, έχοντας το θάρρος μου στην χάρη Σου. Να την διαφυλάττεις την ευσεβή δούλη σου, από κάθε κακό συναπάντημα.

Κατόπιν έκαμαν τους γάμους και τα σχετικά συμβόλαια. Πέρασε αρκετός καιρός, πολεμώντας τους βαρβάρους οι στρατιώτες στην Έδεσσα. Εν τω μεταξύ η νύφη έμεινε έγκυος. 

Στον πόλεμο νίκησαν οι Χριστιανοί τους βαρβάρους, οι οποίοι έφυγαν άπρακτοι. Οι Χριστιανοί, που ήλθαν να βοηθήσουν, ετοιμάζονταν να γυρίσουν στην πατρίδα, τους. Η Σοφία έκλαιε για τον χωρισμό της μονάκριβης κόρης της. Επειδή όμως δεν μπορούσε να την χωρίσει από τον άνδρα της, επήγαν και οι τρεις στον Ναό των Αγίων Σαμωνά, Γούρια και Αβίβου. Εκεί η Σοφία λέγει στον γαμβρό της:

-Άγγιξε το μνημείο των Αγίων με τα χέρια σου, και δώσε υπόσχεση, ότι δεν θα κάμεις κακό εναντίον της κόρης μου, αλλά θα την αγαπάς σαν γυναίκα σου πάντοτε.

Τότε λέγει προς τους αγίους ο αλιτήριος:  - Από τα χέρια σας, Άγιοι Μάρτυρες του Χριστού, παίρνω την κόρη της σήμερον και δίδω την αγιωσύνη σας εγγυητή στην μητέρα της, για να μη την λυπήσω ουδέποτε. Ακόμη ορκίζομαι εις την θεία δύναμη, να μη παραβώ τον όρκο μου, αλλά να εκπληρώσω όλα όσα υπόσχομαι.

Τότε αγκαλιάστηκαν μητέρα και κόρη και με φιλιά και δάκρυα χωρίστηκαν. Η Σοφία επέστρεψε στο σπίτι της. Το ανδρόγυνο αναχώρησε για τη χώρα τους. Όταν όμως έφθασαν στον τόπον τους, ο άθλιος λησμόνησε και υποσχέσεις και όρκους και περιφρόνησε την γυναίκα του. Ούτε τον Θεό φοβήθηκε, ούτε την αγάπη της γυναίκας του λογάριασε. 

Όταν δυστυχώς πλησίαζαν στο σπίτι του, την γύμνωσε από τα πλούσια φορέματα, που φορούσε, της έβγαλε τα ωραία κοσμήματα και την έντυσε με παλιά φορέματα λέγοντας: - Μάθε, ότι έχω γυναίκα και παιδιά. Φυλάξου μη ομολογήσεις σε κανένα την υπόθεση μας για να μη χάσεις την ζωή σου. Θα υπηρετείς την γυναίκα, μου σαν δούλη, πρόθυμα. Η δυστυχισμένη, όταν άκουσε αυτά τα ανέλπιστα λόγια από τον άνδρα της, έμεινε σαν απολιθωμένη και κινδύνεψε να ξεψυχήσει. Αλλά οι Άγιοι, τους οποίους έβαλε η μητέρα της εγγυητές την βοήθησαν και υπέμεινε την λύπη μεγαλόψυχα, ευχάριστα σαν το Θεό. 

Έπειτα λέγει στον σύζυγο της: - Αυτά είναι εκείνα, που υποσχέθηκες με όρκους, αχάριστε; Και δεν φοβήθηκες τους Αγίους να γίνεις προδότης τους, να με πάρεις από την αγκαλιά της μητέρας μου, να απαρνηθώ πατρίδα, συγγενείς, και φίλους, τα υπάρχοντά μου, αχάριστε, για τη δική σου αγάπη, για να με κάμεις αιχμάλωτη και δούλη σου; Απορώ πως δεν με σκότωσες, άσπλαχνε!

Κατόπιν προσευχήθηκε με τα μάτια προς τον ουρανό και είπε: - Κύριε ο Θεός των πατέρων μου, ίδε την θλίψη της δυστυχισμένης και λύτρωσε από τα δεινά την αθλία μου ψυχή, με τις πρεσβείες των Αγίων σου Μαρτύρων, διότι με την βοήθεια και την Χάρη Σου, και έχοντας σε εκείνους το θάρρος μου, ακολούθησα αυτόν τον άγνωστο.

Όταν έφθασαν στο σπίτι και είδε η γυναίκα του Γότθου την ωραιότητα της κόρης την έπιασε ζήλεια και τον ερωτούσε πόθεν ήταν και τι ήθελε. Εκείνος της απάντησε, ότι την πήρε από την Έδεσσα αιχμάλωτη, για να δουλεύει στο σπίτι τους. Η νέα σιωπούσε και εκτελούσε πρόθυμα όλα όσα την διάταζαν. 

Μέσα όμως στην καρδιά της έλεγε πάντοτε: - Άγιοι Μάρτυρες, μη υπομείνετε και αφήσετε την κακουργία του ατιμώρητη, αλλά βοηθήσετε γρήγορα την δούλη σας.

Η κυρία της από τον φθόνο της, της έβανε βαριές δουλειές, για να πεθάνει από την κακοπάθεια. Όσο πλησίαζε ο καιρός να γεννήσει τόσο περισσότερο την βασάνιζε, για να  πεθάνει το βρέφος στη κοιλιά της, αλλά ο Θεός την φύλαξε.

Με την βοήθεια του Θεού γέννησε παιδί, όμοιο με τον πατέρα του. Όταν το είδε η γυναίκα του Γότθου, τόσο ζήλεψε, που αποφάσισε να το σκοτώσει. Μια μέρα λοιπόν, έστειλε την μητέρα του βρέφους σε δουλειά, έξω από το σπίτι, και καθώς έμεινε μόνη, έβαλε δηλητήριο στο στόμα του παιδιού και απέθανε το παιδάκι Σε λίγο ήλθε η μητέρα του μωρού και βρήκε νεκρό το παιδί της με αφρούς στο στόμα. Πόνεσε η ψυχή της αφάνταστα και είχε λύπη μεγάλη. Μα δεν είπε τίποτα. Μόνον μάζεψε τους αφρούς από το στόμα του παιδιού σε ένα κομμάτι δέρμα για να το χρησιμοποιήσει στην ίδια όποτε μπορέσει.

Πράγματι, σε λίγες ήμερες ο άνδρας της έδωσε δείπνο και κάλεσε συγγενείς και φίλους του. Η αδικημένη βρήκε καιρόν κατάλληλο και θέλησε να δοκιμάσει αν στο θάνατο του παιδιού ήταν αιτία η ζηλόφθονη κυρία της. Έπλυνε λοιπόν καλά το δέρμα με το μαλλί σε ποτήρι και με αυτό πότισε την κυρία της, για να λάβει η άδικη, τη δίκαια τιμωρία της. 

Μόλις ήπιε το νερό αμέσως έπεσε νεκρή. Έτσι τρύγησε τους καρπούς των κόπων της. Οι συγγενείς της και ο άνδρας της λυπήθηκαν πολύ. Την έθαψαν κατόπιν με θρήνους  και οδυρμούς.

Κατόπιν όμως άρχισαν να υποπτεύονται την αιχμάλωτη, ότι αυτή την σκότωσε. Έλεγαν λοιπόν να την θανατώσουν. Αλλά επειδή δεν είχαν εξουσία να σκοτώσουν άνθρωπο, την έκλεισαν ζωντανή στον τάφο της πεθαμένης κυρίας της. Έξω από τον τάφο έβαλαν φύλακες να προσέχουν καλά τον τάφο.

Η δυστυχισμένη κοπέλα είχε διπλή τη λύπη και το βάσανο. Την δυσοσμία της νεκρής δηλαδή και το σκοτάδι του τάφου. Εκεί που βρισκόταν απαρηγόρητα, έλεγε:  - Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, Συ που δέχθηκες ως ζωντανή θυσία των Αγίων Μαρτύρων Σου τα αίματα, επίβλεψε σε μένα και δός μου βοήθεια και λύτρωσέ με από αυτό τον κίνδυνο. Και Σεις Άγιοι ομολογητές και Μάρτυρες του Χριστού, που σας έβαλε εγγυητές στη μητέρα μου ο άσπλαχνος εκείνος και ασεβέστατος, προφθάσετε γρήγορα και βγάλετέ με από τον σκοτεινό αυτόν λάκκο.

Καθώς έλεγε αυτά, βλέπει τρεις άνδρες εξαστράπτοντες, που γέμισαν τον τάφο ευωδία και της λέγουν: - Μη φοβάσαι, διότι δεν αθετούμε την εγγύηση, αλλά ήλθαμε να σε πάμε σώα και αβλαβή στη μητέρα σου. Μόλις είπαν αυτά αποκοιμήθηκε η νέα, έγινε σαν λυποθυμισμένη. Και σε μια στιγμή σαν άλλος Αββακούμ, ή ως ο Απόστολος Φίλιππος, βρέθηκε από τον τάφο στην πατρίδα της την Έδεσσα. 

Όταν ξύπνησε τα μεσάνυκτα, βλέπει, ότι ήταν στο Ναό των Αγίων Μαρτύρων. Αυτοί μάλιστα ήσαν μπροστά της και της είπαν: - Γνωρίζεις καλά που βρίσκεσαι; Η νέα έστρεψε το πρόσωπο από το ένα μέρος στο άλλο, και γνώρισε, ότι ήταν στη Εκκλησία των Αγίων Μαρτύρων. Γεμάτη χαρά και θαυμασμό, σκίρτησε το πνεύμα της και πέφτοντας στο πόδια των Αγίων, τους ευχαριστούσε με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης, για τη χάρη που της έκαμαν.

Τότε οι Άγιοι της είπαν: 
- Ιδού εκπληρώσαμε την εγγύηση. Λοιπόν πήγαινε στη μητέρα σου και δόξαζε τον Κύριο. Λέγοντας αυτά έγιναν άφαντοι, Η νέα έμεινε στον Ναό ευχαριστούσα τον Θεό κλαίγοντας με δάκρυα χαράς και έλεγε με φωνή μεγάλη: - Ο Θεός ημών, εν τω Ουρανώ και εν τη γη πάντα, όσα ηθέλησεν, εποίησεν (Ψαλμ. ριγ΄ 11). θαυμάστωσον τα έλη σου ο σώζων τους ελπίζοντας (Ψαλμ. ιστ΄ 7).

Αυτά και άλλα έλεγε, η νέα, ώσπου εξημέρωσε και ήλθε ο ιερεύς εφημέριος της Εκκλησίας. Βλέποντάς την μέσα και αυτός απόρησε, και άρχισε να την ρωτά πως βρέθηκε και γιατί κλαίει και χαίρεται. Τότε η νέα του διηγήθηκε ακριβώς την υπόθεση ολόκληρη. Ο ιερέας θαύμασε και δεν πίστευε σε ένα τόσο μεγάλο θαύμα. Γι' αυτό κάλεσε την μητέρα της. Όταν η Σοφία ήλθε στον Ναό και είδε απροσδόκητα την κόρη της μπροστά της, τάχασε!

Αγκαλιάστηκαν και από τα δάκρυα δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Ύστερα από ώρα, συνήλθαν και ρώτησε η μητέρα της την νέα, γιατί φορούσε αυτά τα δουλικά ρούχα. Η κόρη της της είπε όσα έπαθε. Έπειτα ευχαριστούσαν τον Θεό και τους Αγίους Μάρτυρες με δάκρυα για το μεγάλο Θαύμα που έκαμαν. Όλη την ημέρα την πέρασαν στην Εκκλησία με προσευχή, και το βράδυ επέστρεψαν στο σπίτι τους. Όσοι άκουαν το τεράστιο αυτό Θαύμα δόξαζαν τον Θεό και εμεγάλυναν τους Αγίους.

Σε λίγο καιρό, έστειλε πάλι στρατό ο βασιλεύς στην Έδεσσα. Οι βάρβαροι επιτέθηκαν πάλιν εναντίον της. Μαζί με τον στρατό, ήλθε και ο ελεεινός ο Γότθος, και παρουσιάστηκε στη πεθερά του, σαν να μη συνέβαινε τίποτε. Η Σοφία έξυπνη, έκρυψε την κόρη της, υποδέχθηκε τον γαμβρό της με προσποιητή χαρά, και άρχισε να τον ρωτά τι κάνει η γυναίκα του. Εκείνος με όλη την αδιαντροπιά, της είπε ότι γέννησε αρσενικό παιδί και είναι με τη βοήθεια του Θεού πολύ καλά. 

Τότε η Σοφία έχασε την υπομονή της και με δίκαιον θυμό του φώναξε: - Δόλιε και φονιά, ποιά ψυχή είχες και έκαμες στην κόρη μου τόσες πίκρες; Αυτά μου ορκίσθηκες και έβαλες εγγυητές τους Αγίους, ελεεινέ; Αλλά δίκαια η κρίση του Θεού, όπου σε έφερε για να πάρεις την δικαία τιμωρία σου.

Αυτά είπε και κάλεσε τη θυγατέρα της και του λέγει: - Την γνωρίζεις, κακούργε; θυμάσαι ότι την έθαψες ζωντανή, χωρίς καθόλου να την λυπηθείς, ή να σεβασθείς τους Αγίους, στους οποίους ορκίστηκες, ασεβέστατε; Αλλά αυτήν την διέσωσαν και σένα τον υπεύθυνο σε έφεραν εδώ για να λάβεις την δίκαια εκδίκηση, άδικε.

Ο βάρβαρος βλέποντας την κόρη έμεινε από την ντροπή και τον φόβο άφωνος. Δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια, ούτε να δώσει μια απολογία. Η συνείδησή του τον κτυπούσε και έμενε άλαλος. Τότε οι άνθρωποι, που τους είχαν προετοιμάσει, τον έδεσαν. Ο γραμματέας έγραψε την υπόθεση ενώπιον του Επισκόπου της πόλεως και κατόπιν τον πήγαν στον στρατηγό να του δώσει την τιμωρία που έπρεπε. Αυτός τον ανέκρινε μπροστά στην κόρη, όπου ομολόγησε την κακουργία του, επειδή δεν μπορούσε να την κρύψει. Ο στρατηγός έβγαλε την απόφαση. Να τον αποκεφαλίσουν, και έπειτα, να κάψουν το ελεεινό του σώμα ως ανάξιο ταφής. Ο θεοφιλέστατος Επίσκοπος παρακαλούσε τον στρατηγό να μην τον θανατώσει για να μη πάει η ψυχή του στην Κόλαση. Αλλά ο στρατηγός επέμενε στην καταδίκη του γιατί φοβόταν τους Μάρτυρας του Χριστού, που τους έβαλε εγγυητές, μη τιμωρήσουν την ύβρι στον ίδιον, δια να μη τολμήσει άλλος και κάμει τα ίδια. Πλην διότι παρακάλεσε πολύ ο Επίσκοπος μετρίασε την ποινή να του κόψουν μεν ο κεφάλι αλλά να μη κάψουν το καταραμένο του σώμα. Έτσι και έγινε, εις εκπλήρωση της δικαιοσύνης του Θεού Πατρός και του Υιού και του Αγίου πνεύματος.