Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Ο Γάμος, το Μυστήριο της Αγάπης

«Ουκ έστιν τούτο ανθρώπινον, αλλ’ ο Θεός τους έρωτας τούτους εγκατέσπειρε» (Ι. Χρυσόστομος)

Χωρίς την αγάπη όλα μένουν μετέωρα και ατελείωτα. Η αγάπη είναι ο «σύνδεσμος της τελειότητας» (Κολ. 3,14), το πρώτο και έσχατο μέτρο και κριτήριο των προσώπων, των γεγονότων και των πραγμάτων. Η ζωή θα μπορούσε να ονομάζεται αγάπη και η αγάπη ζωή. «Ο σκοπός σου είναι η ζωή και η ζωή σου είναι η αγάπη, δηλαδή ο κάθε άλλος». Ο άλλος δεν είναι η κόλασή μου, αλλά ο παράδεισός μου. Γίνεται η κόλασή μου, όταν δεν γίνομαι παράδεισός του. «Όσο απομακρυνόμαστε μεταξύ μας, τόσο απομακρυνόμαστε και από τον Θεό… και όσο ενωνόμαστε με τον πλησίον, τόσο ενωνόμαστε με το Θεό» (Αββάς Δωρόθεος). Τον Θεό «δεν μπορείς να τον συναντήσεις παρά μόνο μέσα στην αγάπη για τον άλλον, που φτάνει μέχρι το να κάνεις δικό σου τον πόνο του, γιατί, αν ο Θεός είναι αγάπη, δεν μπορεί να ζει παρά μέσα στην κατάσταση της αγάπης για τον άλλο». Η αγάπη είναι «η καθ’ υπερβολήν οδός» (Α’ Κορ. 12,31 13,1 εξ), στην οποία πρέπει να εκφραστεί η χριστιανική ζωή, η ευαγγελική τελειότητα: Αν θέλεις να σώσεις τη ζωή σου πρέπει να τη χάσεις. Στην πραγματικά ελεύθερη αγάπη δεν εκδηλώνουμε απλώς αισθήματα και δεν πολυπραγμονούμε. Ακολουθούμε τον δρόμο της κενώσεως και του σταυρού, της παραιτήσεώς μας από τις απαιτήσεις της ατομικής ζωής και της προσλήψεως των απαιτήσεων της ζωής των άλλων.

Είναι από τα ευαγγελικά παράδοξα να είμαστε πληρωμένοι στην κένωσή μας, δοξασμένοι στο σταυρό μας, αυξημένοι στην ελάττωσή μας, πλούσιοι στην φτώχεια μας, δυνατοί στην ασθένειά μας. Αυτός είναι ο πνευματικός νόμος, ο νόμος της αγάπης, που χαρίζεται σα νόμος των τελείων, νόμος της ελευθερίας. Γιατί μόνο η αγάπη είναι η μόνη δυνατή ελευθερία, η αληθινά ελεύθερη ελευθερία. Είναι η ζωή που «αρχίζει όταν προτιμάμε τον άλλο από τον εαυτό μας, όταν δεχόμαστε τη διαφορά του και την απαράγραπτη ελευθερία του». Αυτή είναι η υπερβολή της αγάπης που νικά την ένδεια και τον φόβο, την αμφιβολία και την αβεβαιότητα, την εγωκεντρική πίεση και τη μοναξιά, την αδυναμία και τους περιορισμούς, τη δουλεία και την αλλοτρίωση, την κόλαση και το θάνατο. Είναι η παντοδυναμία που κάνει πραγματικά δυνατή τη ζωή αυτού εδώ του κόσμου και αποκαλύπτει την ποιοτική διάσταση του μέλλοντα αιώνα, όταν βέβαια η αγάπη παραμένει «πηγή πυρός» (Ιωάννης της Κλίμακος) και όταν το γεγονός της αγάπης «φλογός μιμείται δρόμον» (Ι. Χρυσόστομος). Κι όμως «διά το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυχήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθ. 24,12).

Ο γάμος χαρακτηρίστηκε σαν ένα μυστήριο, σαν το κατεξοχήν μυστήριο της αγάπης, γιατί η αγάπη συνιστά την καρδιά του μυστηριακού χαρακτήρα του και μόνο η αγάπη υπερβαίνει κάθε ανθρώπινο μέτρο και κριτήριο και εισέρχεται με την ελευθερία και τη χάρη στο χώρο του μυστηρίου. Το πραγματικό μυστήριο συνδέεται με την αγάπη και μόνο σ’  αυτόν το σύνδεσμο ο γάμος αποφεύγει την έκπτωσή του από πραγματικό σε συμβολικό μυστήριο, σε τυπική ιεροτελεστία, γι’ αυτό και η ανανέωση του γάμου σήμερα είναι δυνατή στα όρια του μυστηρίου και όχι του νόμου. Κάθε μυστήριο είναι τόπος και τρόπος συνεργίας χάρης και ελευθερίας, δυνατότητα θεανθρώπινης κοινωνίας και αγάπης. Και τούτο επειδή η σωτηρία που ενεργούν και χαρίζουν τα μυστήρια, είναι σωτηρία μέσα στην αγάπη και με την αγάπη και όχι ανταπόδοση της θείας δικαιοσύνης στα αξιόμισθα έργα μας. Μας σώζει το έλεος του Θεού, που είναι μέγα για όλο τον κόσμο, άγνωστο βέβαια σ’ εκείνους που επιδιώκουν την ατομική τους δικαίωση ή αυτοδικαίωση, την ατομική τους σωτηρία ή αυτοσωτηρία. Γιατί δεν υπάρχει ατομική σωτηρία όπως και ατομική αμαρτία, αλλά σωτηρία με τους άλλους και για τους άλλους. Το μυστήριο της σωτηρίας μας, που παρατείνεται στις μυστηριακές πράξεις της Εκκλησίας μας, είναι η πραγμάτωση της μιας και μόνης αγάπης, εκείνης δηλαδή που εκφράζεται στο καθολικό, θεανθρώπινο επίπεδο. Σωτηρία μου δεν είναι τα έργα μου αλλά ο Θεός μου, μια δωρεά, ένα όραμα καθολικό που πρέπει να μοιραστώ με τους αδελφούς μου, μια βεβαιότητα, μια εμπειρία, που πρέπει να εκφραστεί στην αγάπη και και με την αγάπη στον πλησίον μου. Μη ξεχνάμε πως, όταν καλούμαστε να μιμηθούμε το Θεό και Κύριό μας, καλούμαστε να τον μιμηθούμε στην αγάπη και το έλεός του και μάλιστα στους αμαρτωλούς. Η σωτηρία έρχεται από την αγάπη και γνωρίζεται στην αγάπη. Γίνεται τρόπος ζωής, ήθος, η αγάπη και το έλεος, με τα οποία πραγματοποιούμε το «καθ’ ομοίωσιν».

Ο γάμος δεν είναι συμβατική ένωση και νομική συμβίωση των δύο φύλων ή δύο ατόμων, όπου καθένα προβάλλει και διεκδικεί τα δικά του ή τα θέλει και τα κάνει όλα δικά του. Δεν παύει, δυστυχώς, αυτή η συμβατικότητα και ατομικότητα να διέπει και να σφραγίζει το γάμο των ανθρώπων, ώστε ο γάμος αυτός να μεταβάλλεται σε πεδίο αντιδικιών και ερίδων, εχθρότητας και τυραννικής συμβιώσεως, όπου ο καθένας ζει τη δική του ζωή και απαίτηση και γίνεται θρασύς και κυνικός στην ανεξαρτησία του. Να γιατί ο γάμος βρίσκεται συνήθως κοντά στο διαζύγιο ή γιατί μιλούμε περισσότερο για το διαζύγιο παρά για το γάμο. Επειδή το διαζύγιο τρέφεται με τις αντιδικίες και τις διεκδικήσεις των φύλων, με την αυθαιρεσία και το «ασυμβίβαστο χαρακτήρων» των ατόμων. Το διαζύγιο δεν είναι παρά ο θρίαμβος του ατομισμού και των αυθαίρετων επιθυμιών μας, η υπόκυψη στον πειρασμό της ανεξαρτησίας και της ατομικής ζωής. Δεν είναι παρά ο καρπός της πονηριάς να επιβληθούμε τυραννικά στον άνδρα ή στη γυναίκα μας, ή της αδυναμίας να πραγματοποιήσουμε στο πρόσωπό μας την κατεξοχήν κλήση που είναι η αγάπη. Το διαζύγιο γελοιοποιείται στις δικαιολογίες-λογική του και γελοιοποιεί και τη σοβαρότητα-εντιμότητα των ανθρώπων. Γιατί μαρτυρεί την άρνησή μας να κατανοήσουμε τον άλλο σε κάθε περίσταση και να μοιραστούμε μ’ αυτόν όλη τη ζωή μας. Ή γιατί διαστρέφει το νόημα του γάμου, που επιτέλους δεν είναι κάποια ευτυχισμένη περιπέτεια ή μέθη των σεξουαλικών παιχνιδιών, αλλά ενσάρκωση του δυσκολότερου έργου και της μεγαλύτερης τέχνης: Να ζεις μαζί με τον άλλο, να ζεις σ’ αυτόν κι αυτός σ’ εσένα, που δεν είναι παρά το έργο και η τέχνη της αγάπης. Μόνο το μυστήριο της αγάπης μπορεί πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα δεδομένα και κριτήρια να συνάπτει σε κοινωνία ζωής δύο άγνωστα πρόσωπα και να ανεβάζει τη συζυγική σχέση στο επίπεδο μιας νέας οικειότητας και ενότητας, πέρα και πάνω από κάθε ανθρώπινη φιλία και συγγένεια.

Μόνο η γρηγορούσα και εφευρετική αγάπη μπορεί να θεραπεύει τις αδυναμίες και τις ελλείψεις, τα πάθη και τα λάθη και να βρίσκει μια διέξοδο στο αδιέξοδο των ατομικών σκοπιμοτήτων και σχεδίων, της διαψεύσεως και της απογνώσεως, που συνήθως ακολουθούν τα σεξουαλικά και ερωτικά πράγματα. Μόνο αυτή η αγάπη μπορεί να μας θυμίζει την ευθύνη μας και να μας γνωρίζει μια μέθοδο για να διαλεγόμαστε και να κοινωνούμε με τον άνδρα ή τη γυναίκα μας, με την ίδια διάθεση και άνεση που διαλεγόμαστε και κοινωνούμε μ’ έναν άλλον άνδρα ή μια άλλη γυναίκα. Και μόνο αυτή η αγάπη μπορεί ακόμη να υπερβαίνει το μοναδικό λόγο διαζυγίου, τη μοιχεία, που συνιστά προσβολή ή απουσία της αγάπης των συγκεκριμένων προσώπων κι είναι για τούτο η μεγαλύτερη αμαρτία. Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχει γάμος ή υπάρχει η υποκρισία και ο δρόμος του διαζυγίου. Μόνο «η αγάπη ανοικοδομεί και δίνει το να κολλήσει ο ένας με τον άλλο, να συμπαγεί και συναρμοστεί» (Ι. Χρυσόστομος). Κάνει δηλαδή δυνατή τη σύναψη ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα μιας μοναδικής και διαρκούς γαμικής κοινωνίας, μιας συζυγίας και συμψυχίας που εκφράζει την ελπίδα της αιώνιας ζωής και εκφράζεται μ’ όλους τους τρόπους της καθημερινής ζωής.

Αν ο γάμος είναι το μυστήριο της αγάπης, τότε δεν μπορεί παρά να έχει μαρτυρικό και σταυρώσιμο χαρακτήρα. Η αυθεντική αγάπη είναι σταυρός, γι’ αυτό και στο γάμο «εκφράζεται με τη μορφή του τέλειου δώρου, σύμφωνα με το πρότυπο της θυσίας του Χριστού» (Εφ. 5,25-32). Ο Θεός, η αληθινή αγάπη και συνεπώς ο μόνος διδάσκαλος και μάρτυρας της αγάπης, μόνο μια τέτοια αγάπη χαρίζει και ευλογεί, αυξάνει και τελειώνει και φανερώνει σαν το μυστήριο της ζωής και της κοινωνίας. Σ’ αυτήν και μ’ αυτήν ο γάμος γνωρίζεται σαν αληθινό μυστήριο. Το μυστήριο δεν αρνείται την ανθρώπινη πραγματικότητα του γάμου αλλά την ολοκληρώνει. Ο χριστιανικός γάμος είναι ουσιαστικά μια συνάντηση  δύο ερωτευμένων ανθρώπων, μια ανθρώπινη αγάπη που μπορεί να μεταμορφωθεί από τη μυστηριακή χάρη του Αγίου Πνεύματος σ’ ένα αιώνιο δεσμό, αδιάλυτο ακόμη κι από το θάνατο. Η μυστηριακή χάρη έρχεται να αυξήσει και να τελειώσει, να δυναμώσει και να αγιάζει την αγάπη των συζύγων και συμβίων, εκείνων που αμοιβαία αλληλοανακαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Το βασικό αίτημα της ιερής Ακολουθίας του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου είναι η πραγματοποίηση της ενότητας και της κοινωνίας των νυμφευομένων στο πλήρωμα της τέλειας και χαριτωμένης αγάπης. Ο Θεός ευλογεί και τελειώνει την αγαθή διάθεση και την ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου να επιχειρήσει τα αδύνατα για τις δυνάμεις του και τα υπέρλογα για τη λογική του. Αυτή είναι η άμετρη δυνατότητα της αγάπης που είναι θεία δωρεά και όχι ανθρώπινο εφεύρημα, για να μπορεί τότε να αμφιταλαντεύεται στην αστάθεια και την ασυνέπεια των ανθρώπινων γνωμών, να διαστρέφεται στην υποκατάσταση ή αντικατάστασή της από το σεξ και τον έρωτα, να καταπνίγεται στους σαρκικούς, λογικούς, ηθικούς και κοσμικούς περιορισμούς. Μόνο η αγάπη «η τον Θεόν αίτιον έχουσα, ως πηγή εστί βρύουσα και ουδέποτε τα ρεύματα αυτής ανακόπτεται και ανελλιπής η ύλη αυτής» (Ισάακ ο Σύρος).

Εδώ θεμελιώνεται το γεγονός του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου, ενσωματωμένου στο ευχαριστιακό μυστήριο, όπου βέβαια δεν κυριαρχεί η τελετή, αλλά απαιτείται η ποιότητα των νυμφευομένων, που εκφράζεται στην ανόθευτη αγάπη, στην «πίστιν δι’ αγάπης ενεργουμένην» (Γαλ. 5,6). Ο γάμος δε μπορεί να είναι μια απλή συναίνεση, συμφωνία ή συμβόλαιο, που προσδιορίζεται από εξωτερικές-νομικές αρχές, αλλά μυστήριο απελεύθερο από κάθε ηθικιστική υποκρισία και κοινωνική ματαιοδοξία και τελειωμένο στο πλήρωμα της χριστιανικής αγάπης, της αγάπης του Θεού, που προσδίνει όλη τη μοναδικότητά του. Η αγάπη είναι η μοναδική δυνατότητα υπάρξεως του ανθρώπου και τελειώσεώς του μέσα στη χάρη. Η αμαρτία δεν είναι παρά η απόρριψη αυτής της δυνατότητας υπάρξεως και τελειώσεως, η απόλυτη αδυναμία και κατάλυση της αγάπης. Η Εκκλησία και τα μυστήριά της ενσαρκώνουν και πάλι αυτή τη δυνατότητα, το μυστήριο της χριστιανικής και ενεργού αγάπης, σαν αδιάκοπη άσκηση της ελευθερίας του ανθρώπου μέσα στη χάρη του Πνεύματος. Πόσο πραγματικός είναι ο λόγος πως η αληθινή και ζωντανή αγάπη  είναι «ένας σοφός δάσκαλος, μα πρέπει να ξέρει κανείς να την αποκτήσει, γιατί αποκτιέται δύσκολα, αγοράζεται ακριβά, με πολύχρονη εργασία, γιατί δεν έχει αξία να αγαπήσεις για μια στιγμή, μα να αγαπάς πάντα. Τυχαία μπορεί κι ο καθένας να αγαπήσει, ακόμη κι ο μοχθηρός». Εδώ καταλαβαίνουμε πόσο το εκκλησιαστικό μυστήριο, η μυστηριακή χάρη του Πνεύματος ευλογεί, καταξιώνει και τελειώνει την αγάπη των συζύγων σε αγάπη θυσιαστική, μοναδική και αιώνια. Ο γάμος τελειώνεται στο εκκλησιαστικό μυστήριο, γιατί εδώ νικάται η πτώση, η αδυναμία και το αδιέξοδο του ανθρώπου.

Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη δωρεά του εκκλησιαστικού μυστηρίου του γάμου: Μας χαρίζει εκείνο που ο άνθρωπος, παρά τα πλούσια αισθήματα και τους φλογερούς έρωτές του, δεν μπορεί να κατορθώσει. δηλαδή την «καθ’ υπερβολήν οδόν» της αγάπης που πρώτος άνοιξε και ακολούθησε ο Χριστός, με όλη την ένσαρκη οικονομία Του. Μας χαρίζει τη χάρη της τελειώσεως της ελευθερίας ή του έρωτά μας, στην ελεύθερη αγάπη ή στον πόθο του πλησίον, του άνδρα ή της γυναίκας μας. Μας δίνει τη δυνατότητα να εκφράσουμε την αλήθεια της ελευθερίας στην αλήθεια της αγάπης, που είναι η πιο βαθιά δίψα της αλήθειας του είναι και που έχει «διδάσκαλον την Αγίαν Τριάδα». Ο γάμος έρχεται να θεραπεύσει με τρόπο απόλυτα συγκεκριμένο την πληγή που άνοιξε η πτώση στη σάρκα του κόσμου, δηλαδή την άρνηση της κοινωνίας της αγάπης. «Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού από την οποία ξέπεσε ο Αδάμ κι έχασε για πάντα τη χαρά» (Ισαάκ ο Σύρος). Αυτό βέβαια οφείλει να κατανοεί πρώτα η Εκκλησία, για να αποφεύγει να ευλογεί κάθε γάμο σκοπιμότητας, αθλιότητας και απιστίας, νομιμοποιώντας έτσι κάθε ατομική κενοδοξία, ηθική πώρωση και κοινωνική ματαιοδοξία.

Ο γάμος είναι το μυστήριο της αγάπης του άνδρα και της γυναίκας που καμιά ανθρώπινη αντιξοότητα δεν μπορεί να καταστρέψει. Στο συγκεκριμένο πρόσωπο του άντρα ή της γυναίκας μου συναντώ τον πραγματικό, τον υπαρκτό πλησίον μου, που πρέπει να αγαπώ σαν τον εαυτό μου, για να πραγματοποιηθεί «εις σάρκα μίαν», η ενότητα, ο γάμος, η συζυγία, η συμβίωση. Για να καταξιωθεί ο αληθινός εαυτός μου, η ίδια μου η φύση, που είναι κοινωνική, ή αν θέλετε ερωτική, φορέας και μάρτυρας της αγαπητικής κοινωνίας και ενώσεως. Ο χριστιανικός γάμος είναι μυστήριο της μεταμορφώσεως της ανθρώπινης υπάρξεως και της επεκτάσεως της ανθρώπινης προσωπικότητας, της προσωπικής κοινωνίας και ολοκληρώσεως του ανθρώπου, του άνδρα και της γυναίκας, του άνδρα στη γυναίκα και της γυναίκας στον άνδρα, σε μια ελεύθερη αφοσίωση και αφομοίωση, προσφορά και ευθύνη, που φανερώνει και καθιστά τον άνδρα και τη γυναίκα συμβίους και συζύγους. Μόνο στο επίπεδο της αγάπης ο γάμος είναι χαρά, και δεν είναι τυχαίο πως ο Χριστός με το πρώτο του θαύμα στον γάμο εν Κανά, επισκέπτεται και συμμετέχει και στηρίζει τη χαρά των ανθρώπων, γιατί όποιος αγαπά τους ανθρώπους, αγαπά και τη χαρά τους. Χωρίς χαρά δεν μπορείς να ζήσεις αλλά και χωρίς αγάπη δε μπορείς να χαίρεσαι.

Η αστική νοοτροπία για το γάμο ή η κακώς εννοούμενη αξιοπρέπεια και προσωπικότητα μετέβαλε τους συμβίους – συζύγους σε κυρίους, τους έριξε στον ατέλειωτο αγώνα όχι της αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσυμπληρώσεως, αλλά της ανεξαρτητοποιήσεως και της κυριαρχίας του ενός πάνω στον άλλο. Όλη αυτή η παρέκκλιση τους αιχμαλώτισε στην αμοιβαία καχυποψία, στην πλήξη μιας άχαρης και ανεόρταστης ζωής, ή στην τυπική και αγχώδη διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους, στην καθημερινά διευρυνόμενη αντίθεση και αλληλοαπομόνωσή τους. Το σημαντικό δεν είναι να ζούμε στο ίδιο σπίτι, κάτω από το ίδιο νομικό ή κοινωνικό καθεστώς, αλλά το πώς θα περπατήσουμε στην εν Χριστώ καινότητα  και κοινότητα ζωής, που τον επίπονο δρόμο της μας ανοίγει και μας κάνει δυνατό μόνο η αγάπη. Ο γάμος είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα προς την αγιότητα και την τέλεια αγάπη, ή προς την αγιότητα μέσα στην τέλεια αγάπη. Και να πως η ορθόδοξη άσκηση εικονίζει την τέλεια αγάπη: «Ει δυνατόν ην μοι ευροίν κελεφόν (λεπρό), και δούναι αυτώ το εμόν σώμα και λαβείν το αυτού, ηδέως είχον. αύτη γαρ εστίν η τελεία αγάπη» (αββάς Αγάθων).

Πηγή: Ρ/Σ Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος
"Γίνετε μέλος και στην σελίδα μας στο Facebook, πατώντας "ΕΔΩ"