Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Φόρεσε τα ενδύματα της ταπεινώσεως

Κάποιος ιεροδιάκονος από το Ζητούνι (Λαμία) ήταν συμμοναστής του Οσίου Δαβίδ του εν Ευβοίας στο Μοναστήρι. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευγενείς. 

Ο όσιος Δαβίδ όμως ουδέποτε του έδωσε να φορέσει καινούρια ενδύματα• του έδινε ταπεινά και φτωχικά. Κάποτε ο διάκονος θέλησε να επισκεφθεί τούς γονείς του. Πήγε με την άδεια του Γέροντος και τούς είδε. Όταν επέστρεψε ήταν ντυμένος με πολύ ωραία φορέματα, ως γιος ευγενούς οικογενείας. Καθώς τον είδε ο Γέροντας έτσι στολισμένο και ντυμένο με ακριβά ρούχα, τον ρώτησε: Γιατί, διάκονε, περιφρόνησες την ταπεινή στολή του μοναχού και φόρεσες το ένδυμα της υπερηφανείας; Τώρα βλέπω δύο δαίμονες να κάθονται πάνω στους ώμους σου

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο διάκονος τρόμαξε και πέφτοντας στα πόδια τού αγίου ζητούσε συγχώρεση. Ο δε θείος πατέρας τού είπε: Βγάλε γρήγορα τα ενδύματα της υπερηφανείας, πέταξε τα στη φωτιά και φόρεσε τα ενδύματα της ταπεινώσεως• τότε θα λάβεις συγχώρεση.

Αμέσως ο διάκονος έκανε υπακοή στον άγιο Γέροντα. Οι δαίμονες, βλέποντας την ταπείνωση τού διακόνου, αναχώρησαν ντροπιασμένοι.