Ένας από τους μοναχούς της σκήτης έκανε ένα μεγάλο λάθος και ο σοφότερος ερημίτης μοναχός κλήθηκε για να τον κρίνει.
Ο ερημίτης αρνήθηκε, αλλά επιμένανε τόσο πολύ, που στο τέλος συμφώνησε να πάει. Έφτασε κουβαλώντας στην πλάτη του έναν κουβά με τρύπες, από τις οποίες έτρεχε άμμος.
- Ήρθα για να κρίνω τον γείτονά μου είπε ο ερημίτης στον επικεφαλή της μονής.
- Οι αμαρτίες μου τρέχουν από πίσω μου, όπως η άμμος τρέχει από αυτόν τον κουβά.
Αλλά αφού δεν κοιτάω πίσω, και δεν προσέχω τις δικές μου αμαρτίες, κλήθηκα να κρίνω τον γείτονά μου. Οι μοναχοί αμέσως σταμάτησαν την τιμωρία.
Ο ερημίτης αρνήθηκε, αλλά επιμένανε τόσο πολύ, που στο τέλος συμφώνησε να πάει. Έφτασε κουβαλώντας στην πλάτη του έναν κουβά με τρύπες, από τις οποίες έτρεχε άμμος. - Ήρθα για να κρίνω τον γείτονά μου είπε ο ερημίτης στον επικεφαλή της μονής.
- Οι αμαρτίες μου τρέχουν από πίσω μου, όπως η άμμος τρέχει από αυτόν τον κουβά.
Αλλά αφού δεν κοιτάω πίσω, και δεν προσέχω τις δικές μου αμαρτίες, κλήθηκα να κρίνω τον γείτονά μου. Οι μοναχοί αμέσως σταμάτησαν την τιμωρία.
