Η λάθος επισκληρίδιος νάρκωση και η βοήθεια του | Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης
Η Παναγιώτα Στεφανάτου νοσηλεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 σε νοσοκομείο των Αθηνών, προκειμένου να υποβληθεί σε μια απλή γυναικολογική εξέταση. Όταν ήλθε η ώρα, η αναισθησιολόγος προσπάθησε να της κάνει επισκληρίδιο νάρκωση, από λάθος χειρισμό όμως της έκανε ραχιαία, και μάλιστα με τη βελόνα της επισκληριδίου, η οποία είναι πιο χοντρή. Αλλά ραχιαία νάρκωση κάνουν σε ηλικιωμένους, και μάλιστα με ειδική λεπτή βελόνα, ο δε ασθενής πρέπει να παραμείνει ακίνητος για ένα εικοσιτετράωρο.Στη συνέχεια η αναισθησιολόγος της έκανε ολική νάρκωση, μια που έκρινε ότι η επισκληρίδιος δεν έπιασε, και της συνέστησε να μη σηκωθεί από το κρεβάτι για 24 ώρες. Όμως σε λίγες ώρες η βοηθός του χειρουργού της ζήτησε να σηκωθεί για έναν υπέρηχο, οπότε εκείνη άρχισε να έχει έπειτα φρικτούς πονοκεφάλους. Αυτό κράτησε 10 μέρες. Επειδή της είχαν κάνει ραχιαία και από λάθος συνεννόηση τη σήκωσαν από το κρεβάτι πριν την πάροδο του εικοσιτετραώρου, έφυγε μέρος του υγρού που περιβάλλει τον εγκέφαλο και χύθηκε στους ιστούς, με αποτέλεσμα ν' αλλάξει η πίεση του εγκεφαλικού υγρού και να έχει αυτούς τους φρικτούς πονοκεφάλους. Οι γιατροί διαβεβαίωσαν ότι πολύ σύντομα ο οργανισμός από μόνος του θα αποκαταστήσει το υγρό αυτό και θα λυθεί το πρόβλημα.
Αλλά οι μέρες περνούσαν και αυτή χειροτέρευε. Τότε πρότειναν να της κάνουν νέο χειρουργείο και να της κλείσουν την τρύπα που είχε γίνει με τη ραχιαία, με ένα θρόμβο αίματος. Οι συγγενείς της ζήτησαν τη γνώμη φίλων γιατρών. Εκείνοι τους είπαν να μη διακινδυνεύσουν νέα επέμβαση και επίσης ότι κινδυνεύει από όλη αυτή την κατάσταση να πάθει πνευμονικό οίδημα.
Επειδή ήταν αδύνατο να μετακινηθεί, γιατί κάθε μετακίνηση χειροτέρευε την κατάστασή της, δεν μπορούσε να πάει σε άλλο νοσοκομείο. Κανένας γιατρός δεν είχε τίποτα να προτείνει, καμιά θεραπεία δεν υπήρχε, της σύστησαν μόνο να μείνει πολλές μέρες ακίνητη στο κρεβάτι, μήπως ο οργανισμός από μόνος του αναπλήρωνε το χαμένο υγρό, ενώ πάντα βέβαια υπήρχε ο κίνδυνος του πνευμονικού οιδήματος. Τη δέκατη μέρα, αφού η επιστήμη είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά, είτε από άγνοια των συγκεκριμένων γιατρών είτε γιατί πράγματι δεν υπήρχε λύση στο πρόβλημα, αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του Γέροντα Αμβρόσιου, και γι' αυτό επικοινώνησε με ένα γνωστό της, ο οποίος τον γνώριζε και τον ευλαβείτο πολύ.
Την ίδια εκείνη νύχτα της συνέβη το έξης παράδοξο: ίδρωνε συνεχώς χωρίς να έχει πυρετό, το κρεβάτι της έγινε μούσκεμα και είχε την αίσθηση ότι το σώμα της λιώνει, ότι πεθαίνει. Πέρασε δραματικές ώρες άυπνη. Ο ύπνος την πήρε αργά το πρωί από τη μεγάλη εξάντληση. Λίγο αργότερα, όταν ήλθαν οι γιατροί για τη συνηθισμένη τους επίσκεψη, της ανασήκωσαν το κεφάλι και προς μεγάλη έκπληξη όλων δεν πονούσε καθόλου. Τη σήκωσαν τελείως από το κρεβάτι και εξακολουθούσε να μην πονά. Δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά εξήγηση για το πως είναι δυνατόν το προηγούμενο απόγευμα να βρίσκεται σε τόσο άσχημη κατάσταση και μετά από λίγες ώρες να έχει θεραπευθεί τελείως. Της έδωσαν εξιτήριο. Κι εκείνη, παρότι μπορούσε να ζητήσει αστικές και ποινικές ευθύνες και αποζημίωση από το νοσοκομείο και την αναισθησιολόγο, δεν το έκανε ποτέ, γιατί ένιωθε πολύ συγκινημένη και χαρούμενη που της χαρίστηκε η ζωή.
Πηγή: Από τον βιβλίο «Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου»
Εκδόσεις Π. Κυριακίδη