Καθώς το Λείψανο του Οσίου μεταφερόταν στην Ιταλία, ο πλοίαρχος Σκλαβούνος με το πλήρωμα του έκανε μια στάση στην Κέρκυρα.
Εκεί ζούσε ένας γέρος, που είχε έναν παράλυτο γιό τρία χρόνια. Μόλις το πλοίο άραξε στο λιμάνι, ο γέρος βλέπει στον ύπνο του κάποιον να του λέει, ότι αν πάει στο πλοίο του Σκλαβούνου και προσκυνήσει το λείψανο του Όσιου Βαρβάρου, ο γιός του θα θεραπευόταν.
Όταν το πρωί ξύπνησε, έτρεξε στο καράβι και ο πλοίαρχος με μεγάλη χαρά του διηγήθηκε το θαύμα που του είχε συμβεί και σ’ αυτόν. Όταν άκουσε αυτά ο γέρος, έτρεξε και σήκωσε το κρεβάτι με το παιδί του επάνω και το έφερε μπροστά στο άγιο Λείψανο. Τότε έγινε το μεγάλο θαύμα.
Τα παράλυτα μέλη του νέου λυθήκαν και περπατούσε δοξάζοντας τον Θεό και κηρύττοντας παντού τον Άγιο Βάρβαρο, πού τον έκανε καλά.
Όταν το πρωί ξύπνησε, έτρεξε στο καράβι και ο πλοίαρχος με μεγάλη χαρά του διηγήθηκε το θαύμα που του είχε συμβεί και σ’ αυτόν. Όταν άκουσε αυτά ο γέρος, έτρεξε και σήκωσε το κρεβάτι με το παιδί του επάνω και το έφερε μπροστά στο άγιο Λείψανο. Τότε έγινε το μεγάλο θαύμα.
Τα παράλυτα μέλη του νέου λυθήκαν και περπατούσε δοξάζοντας τον Θεό και κηρύττοντας παντού τον Άγιο Βάρβαρο, πού τον έκανε καλά.
Οι Χριστιανοί, βλέποντας τέτοιο θαύμα, παρεκάλεσαν τον πλοίαρχο να μεταφέρει το Λείψανο στην ακρογιαλιά, για να το ασπαστούν όλοι, όπως και έγινε. Έτρεξαν λοιπόν τότε όλοι και ασπαζότανε το λείψανο του Αγίου. Με την δύναμη του Θεού και τη χάρι του Αγίου έγιναν τότε καλά πολλοί άρρωστοι.
Έτσι και Εκκλησία ωραία έκτισαν κατόπιν με θαυμαστό κωδωνοστάσιο προς τιμήν του Αγίου και εορτή λαμπρή κάθε έτος κάνουν στις 15 του μηνός Μαΐου, σε ανάμνηση της εποχής, πού πέρασε από εκεί το Λείψανο του Οσίου Βαρβάρου.
