Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης | Είμαι ο πατήρ Πορφύριος της λέω…

Τα χρόνια μετά τον πόλεμο ήταν πολύ δύσκολα κι οι άνθρωποι αγωνίζονταν για να ζήσουν. Εγώ, όπως σας είπα, την εποχή εκείνη ήμουν στην Πολυκλινική. Πολλά περιστατικά θυμάμαι απ’ τα χρόνια εκείνα. Ακούστε ένα απ’ αυτά.

Η Έφη ήταν δεκαοκτώ χρονών κι έμενε το καλοκαίρι με τους γονείς της και τον αδελφό της στο Μπογιάτι. Είχαν περιβόλι με κηπευτικά και τα πουλούσαν. Ένα βράδυ η μητέρα της Έφης την έστειλε σ’ ένα μαγαζάκι εκεί κοντά, ν’ αγοράσει πετρέλαιο για τη λάμπα. Σημειώστε ότι δεν είχαν τότε ρεύμα. Επιστρέφοντας προς το σπίτι, η Έφη συναντάει στο δρόμο ένα αγόρι, συμμαθητή της. Μιλούσαν για τα μαθήματα. Το σημείο, όμως, που είχαν σταματήσει βρισκόταν πίσω από ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Τη στιγμή εκείνη πέρασε ο αδελφός της Έφης και τους είδε να κουβεντιάζουν. Το παρεξήγησε, γιατί πίστεψε ότι πονηρά κουβεντιάζουν και το είπε στη μητέρα τους.

Η Έφη μας ντροπιάζει, είπε, κουβεντιάζει στο δρόμο μ’ ένα αγόρι.
Όταν έφτασε στο σπίτι η Έφη, η μητέρα της τη μάλωσε πολύ και την έδειρε. Τότε οι αρχές ήταν πολύ αυστηρές. Η Έφη πικράθηκε πολύ. Επαναστάτησε για την αδικία και την καχυποψία του αδελφού της. Την άλλη μέρα γύρισε στο σπίτι ο πατέρας, που έλειπε. Εκείνος της φέρθηκε διαφορετικά, δηλαδή με κατανόηση και καλό τρόπο.

- Εγώ, δεν τα πιστεύω αυτά, της λέει. Έλα, πάμε να ποτίσουμε το περιβόλι. Εσύ θα κάθεσαι και όπου βλέπεις πως ποτίζεται μια βραγιά θα μου λες να γυρίζω το νερό σ’ άλλη βραγιά.

Έτσι έγινε. Η Έφη, όμως, δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Η στενοχώρια και η αδικία την πνίγανε. Απελπίστηκε κι αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή της. 

Την ώρα, λοιπόν, που ξεκινούσαν με τον πατέρα της για το περιβόλι έκανε ένα σχέδιο. Να πάρει ένα γεωργικό φάρμακο και το βραδάκι, μετά το πότισμα, κρυφά να το πιεί και να πεθάνει. Σκεφτόταν: «Να δω τότε, θα με αγαπούν;» Πήρε λοιπόν το φάρμακο, το έβαλε στην τσέπη της και περίμενε να βραδιάσει για να το πάρει. Δεν άργησε να έλθει η δύσκολη ώρα. Ο πατέρας αμέριμνος της λέει: -Πήγαινε στην άκρη του περιβολιού να κλείσεις το νερό.


Πήγε γρήγορα. Ήταν αθέατη. Κανείς δεν υπήρχε γύρω της. Ο πατέρας αρκετά μέτρα μακριά κι εκείνη τρέχοντας έβαλε το χέρι στην τσέπη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούει βήματα. Δεν πρόλαβε να κουνηθεί κι εμφανίζεται μπροστά της κάποιος άγνωστος ιερέας. Την χαιρετάει και της λέει: - Έφη μου, ξέρεις πόσο ωραίος είναι ο Παράδεισος! Φως, χαρά, αγαλλίαση. Ο Χριστός είναι όλος φως και σκορπάει τη χαρά και την αγαλλίαση σε όλους. Μας περιμένει στην άλλη ζωή, για να μας χαρίσει τον παράδεισο. Υπάρχει όμως κι η κόλαση, που είναι όλο σκοτάδι, λύπη, στενοχώρια, αγωνία, κατάθλιψη. Αν πάρεις αυτό που έχεις στην τσέπη σου, θα πας στην κόλαση. Πέταξε το, λοιπόν, για να μην χάσουμε την ομορφιά του Παραδείσου.

Η Έφη τα έχασε στην αρχή, αλλά μετά από λίγο λέει στον ιερέα, αφού, χωρίς να το καταλάβει, είχε πετάξει το φάρμακο: -Περιμένετε να φωνάξω και τον πατέρα μου να σας δει.

Τρέχει μες στο περιβόλι. Χάθηκε περνώντας τις ψηλές καλαμποκιές, για να βρει τον πατέρα της. Τον βρήκε και του λέει: -Πατέρα, έλα γρήγορα να δεις έναν ιερέα, που ήλθε στην άκρη του περιβολιού μας.

Όταν, όμως, φτάσανε στο σημείο που έπρεπε να περιμένει ο ιερέας, δεν υπήρχε κανείς εκεί. Για πολύ καιρό η Έφη δεν μπορούσε να εξηγήσει όλα όσα της συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την εξαφάνιση του ιερέα. Επιθυμούσε να τον ξαναβρεί. Της είχε σώσει τη ζωή.

Εν τω μεταξύ, κάθε χειμώνα κατέβαιναν στην Αθήνα όλη η οικογένεια. Η Έφη πήγαινε πολλές φορές στη νονά της, που ήταν πολύ θρήσκα, κι έμενε μεγάλο διάστημα κοντά της. Η νονά της συνήθιζε να δέχεται στο σπίτι της και να φιλοξενεί θεολόγους, ιερείς, μοναχούς. Κάποια φορά, λοιπόν, που η Έφη πήγε στη νονά της, στο σαλόνι είχε μια επίσκεψη. Η Έφη δεν γνώριζε ποιός ήταν. Η νονά σε μια στιγμή έρχεται στην κουζίνα και λέει της Έφης: - Έφη, ετοίμασε γλυκό και καφέ και φέρτα στο σαλόνι για τον επισκέπτη.

Η Έφη τα ετοίμασε. Καθυστέρησε, όμως, λίγο και την ώρα που τα πήγαινε, η νονά την πρόλαβε. Της λέει λοιπόν: - Όχι αυτό το δίσκο. Βαλε τον ασημένιο, γιατί η επίσκεψη είναι επίσημη.

Γύρισε η Έφη στην κουζίνα, άλλαξε το δίσκο και τον πήγε στο σαλόνι. Αλλά τι να δει! Πήγε να της πέσει ο δίσκος απ’ τα χέρια. Βλέπει μπροστά της τον ιερέα που είχε εμφανιστεί εκείνο το δύσκολο γι αυτήν βράδυ στο περιβόλι τους. -Είμαι ο πατήρ Πορφύριος, της λέω χαμογελώντας.

Έτσι γνωριστήκαμε με την Έφη κι από τότε έχουμε μεγάλη φιλία. Έκανε οικογένεια με πολλά παιδιά. Την ευλόγησε ο Θεός. Βλέπετε τι τρόπους μπορεί να μεταχειριστεί ο Θεός,  όταν θέλει να σώσει έναν άνθρωπο;