Ο όσιος αρχιεπίσκοπος Ιωάννης είχε πληροφορηθεί κατά θεία αποκάλυψη για την θεόσταλτη οργή των σεισμών και παρακάλεσε τον Κύριο να μην ιδούν τα μάτια του τέτοια συμφορά, πράγμα πού έγινε, διότι ένα μήνα νωρίτερα απεδήμησε προς Αυτόν.
Το μεγαλύτερο μέρος της πόλεως και των τειχών κατέρρευσε. Οι Σκλαβηνοί τότε ήταν κοντά και βλέποντας την καταστροφή της πόλεως και τις πύλες ανοικτές ξεκίνησαν με εργαλεία να σκάψουν στα ερείπια για την ανεύρεση πραγμάτων. Πλησιάζοντας όμως είδαν τα τείχη όρθια και πολλούς οπλίτες επάνω να φρουρούν, κι έτσι έφυγαν άπρακτοι και έντρομοι.
Άλλο θαυμαστό και τεράστιο σημείο πού επετέλεσε ο φιλοικτίρμων και σωτήρας της πατρίδος του Δημήτριος ήταν ότι κανείς πολίτης δεν φονεύθηκε, ενώ τόσα οικήματα κατέρρευσαν, αλλά και σε πολλούς φανερώθηκε μαζί με άλλους αγίους να φρουρεί την πόλη περιοδεύοντας άλλοτε πεζός και άλλοτε έφιππος. Έτσι μετά το τέλος των σεισμών οι πολίτες αλλά και οι βάρβαροι διεκήρυτταν τα ανεκλάλητα θαύματα τού Αγίου, και οι πρώτοι με ευφροσύνη και ησυχία ανανέωναν κάθε χρόνο τούς ύμνους προς τον Θεό και τον Μάρτυρα για την σωτηρία τους συναθροιζόμενοι στον ψυχοσώστη Ναό του.
Λίγο χρόνο όμως αργότερα στις αρχές τού 7ου αιώνος ήλθε άλλη συμφορά, πού δημιούργησε ανέκφραστη θλίψη. Κατά την διάρκεια της ημέρας κάηκε ο πανάγιος και ιαματοφόρος Ναός του Αθλοφόρου σαν αστραπή, χωρίς να μπορέσουν να κάνουν τίποτε τόσοι έμπειροι και ικανοί αναρριχηταί πού είχαν συγκεντρωθεί με υδροφόρα πυροσβεστικά μηχανήματα, για να σβήσουν την φωτιά. Αφού αποτεφρώθηκε όλος ο Ναός και μάλιστα χωρίς τα γειτονικά οικήματα να πάθουν τίποτε, οι φιλομάρτυρες Θεσσαλονικείς με θρήνους καθάρισαν την στάχτη και τα χαλάσματα λέγοντας ότι αυτό συνέβη για την αμετανοησία τους. Σε άλλους αποκαλύφθηκε ότι ο ίδιος ο Άγιος ζήτησε από τον Θεό να καεί ο Ναός του και να μη δεχθεί άλλη τιμωρία η πόλη για τις αμαρτίες των κατοίκων.
Κάποιος ευσεβής και γνήσιος υπηρέτης του Αγίου, στον οποίο συχνά εμφανιζόταν ο Μάρτυρας, με θρήνους παραπονιόταν, γιατί ενώ είχε την δυνατότητα, άφησε να μείνει η πόλη ορφανή από τον Ναό του. Ο Άγιος του φανερώθηκε σε εγρήγορση και τον διαβεβαίωσε ότι ο Ναός θα ξαναγίνει λαμπρός και γεμάτος θεία Χάρι. Αναθάρρησε με αυτά και μετέδωσε την επαγγελία του Αγίου στους φίλους του, οι οποίοι όμως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι τέτοιος Ναός μπορεί σ' αυτά τα χρόνια ν' ανοικοδομηθεί.
Βλέποντας λοιπόν τα δάκρυα και την ανυπόφορη θλίψη των πολιτών για την καταστροφή τού τόσο φημισμένου για τα ιάματα Ναού ο Άγιος ζήτησε από τον Θεό να στείλει το Πνεύμα πού φώτισε τον αρχιτέκτονα της σκηνής τού Μαρτυρίου Βεσελεήλ (Έξόδ. λα 2) σ' όσες ψυχές γνώριζε Αυτός• και έτσι αποκαταστάθηκε με την φροντίδα και βοήθειά του ο μεγαλοπρεπής Ναός, στον όποιο πανηγυρίζουμε απολαμβάνοντας τα θεία μυστήρια, τρυγώντας ακατάπαυστα τις θεόδοτες χάριτες τού Αγίου και δοξάζοντας την Παναγία Τριάδα.
