Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Θαύμα Αγίου Λογγίνου Εκατόνταρχου - Εύρεση Τιμίας Κεφαλής

Μια χήρα φτωχή και τυφλή, είχε ένα υιό μονάκριβο, παρηγοριά μικρή της χηρείας της και της τυφλότητάς της. Αυτή λοιπόν είχε μεγάλη ευλάβεια και πίστη στον Θεό. Γι αυτό πήρε το ραβδί της και το παιδί της και έφυγε για να πάει στον Άγιο Τάφο να προσκυνήσει. Είχε ελπίδα στον Δεσπότη Χριστό να της δώσει το φως της ως Παντοδύναμος.

Έφθασαν ύστερα από μεγάλη πορεία στον Άγιο Τάφο. Αφού προσκύνησαν, πήρε χώμα της γης και το έβαλε με ευλάβεια στα μάτια της, αλλά όχι μόνον δεν είδε το φώς της, αλλά την βρήκε συμφορά μεγαλύτερη. Το παιδί της το μονάκριβο, που το είχε βοήθεια και οδηγό των ματιών της, αρρώστησε και πέθανε.

Έκλαιε, λοιπόν, η δυστυχισμένη για τις τρεις αυτές συμφορές απαρηγόρητη και έλεγε:
-Γιατί, Κύριέ μου, με εγκατέλειπες τελείως την δυστυχισμένη; Τάχα εγώ μόνη αμάρτησα και με στέρησες το μονάκριβο παιδί μου, πού το είχα για το φως των ματιών μου; Ποιά ελπίδα σωτηρίας και παρηγοριάς μού έμεινε; ώ γλυκό μου αγόρι, μονάκριβο παιδάκι μου, παρηγοριά τού πάθους μου, τί θα γίνω η δυστυχισμένη; Πώς θα κυβερνηθώ χωρίς εσένα;

Με αυτά τα μοιρολόγια η άμοιρη αποκοιμήθηκε από τον πόνο και τα δάκρυα. Και ώ τού θαύματος! βλέπει στον ύπνο της τον Άγιο Λογγίνο και της λέγει:
-Εγώ είμαι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, πού του έκοψαν το κεφάλι χάριν τού Χριστού. Το κεφάλι αυτό το έφεραν εδώ και το έριξαν έξω από την πόλη σε μέρος, όπου είναι κοπριά. Πήγαινε, λοιπόν, στον τόπο αυτόν, σκάψε βαθειά, και θα βρεις το κεφάλι μου. Άγγιξέ το στα μάτια σου και θα δεις το φώς σου. Θα σου δείξω δε τότε και τον υιό σου, σε πόση δόξα βρίσκεται και θα παρηγορηθείς για τα παθήματά σου.

Όταν τα άκουσε αυτά η τυφλή, πήγε στον τόπο, πού της είπε, με πολύ κόπο και με την οδηγία ενός άλλου. Άρχισε με πολλή προθυμία να σκαλίζει την κοπριά με τα χέρια της. Όταν δε βρήκε το τίμιο κεφάλι το έσφιξε στα χέρια της σαν ατίμητο θησαυρό, το ακούμπησε στα μάτια της και αμέσως ανέβλεψε. Το έβλεπε σαν αστέρι υπέρλαμπρο. Το ασπαζόταν και το καταφιλούσε με θερμότατα δάκρυα. Έπειτα αφού το καθάρισε με επιμέλεια το άλειψε μύρα και γύρισε στο σπίτι της βαστάζοντάς το σαν πολύτιμο μαργαριτάρι.

Κατά την επομένη νύκτα εφάνη πάλι στον ύπνο αυτή ς ο Άγιος κρατώντας το παιδί της στην αγκαλιά του, ως τέκνον του. Φορούσε δε ο υιός της πλούσια φορέματα γαμβρού και χαιρόταν. Τότε της είπε ο Άγιος: -Κοίταξε τον υιό σου, για τον οποίον θρηνούσες, πόση απόλαυση βρήκε. Μη λυπάσαι λοιπόν, αλλά να χαίρεσαι. Ο Θεός τον αξίωσε της Βασιλείας; του και μου τον έδωσε συνοδεία να μην αποχωρισθεί ποτέ από εμέ. Πάρε λοιπόν το κεφάλι μου και το λείψανο του παιδιού σου και θάψε τα σε ένα τάφο και τα δύο μαζί. Να ευχαριστείς δε τον Κύριο πάντοτε διότι τον κατέταξε σε τόση δόξα και ευφροσύνη αιώνια.

Έπειτα από αυτά η γυναίκα έβαλε το κεφάλι του μάρτυρος σε θήκη, μαζί με το λείψανο τού υιού της και τα μετέφερε στην πατρίδα της Καππαδοκία σε ένα χωριό πού καλείται Σκανδάλη.

Τοιουτοτρόπως αυτή ζητώντας να βρει το φως των ματιών της, βρήκε προστάτη Θερμό τον Άγιο. Γι αυτό έκτισε εκκλησία στο όνομα του, Αγίου Λογγίνου, αποθησαύρισε εις αυτήν την Ιερά κεφαλή του Μάρτυρος. Εκεί έγινε αυτή πηγή ιαμάτων, και διά τον εαυτόν της και για όλους τούς συμπατριώτες της Χριστιανούς. Ευχαριστώντας δε τον Θεό έλεγε:
-Τώρα γνώρισα πόσα αγαθά αξιώνονται όσοι αγαπούν τον Κύριο! Ζητούσα οφθαλμούς τού σώματος εγώ και έλαβον τούς οφθαλμούς τού Πνεύματος. Λυπόμουνα για τον θάνατο τού παιδιού μου και είδα αυτό εις δόξα μεγάλη, συγκληρονόμο των Αγίων, να στέκεται πλησίον τού Θεού, να συναναστρέφεται με τούς προφήτες και τούς μάρτυρας. Μαζί δε με τον Εκατόνταρχο Λογγίνο ντυμένοι λαμπρότατα να ψάλλουν ωδή επινίκιο λέγοντες την ιερά εκείνη φωνή: «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» και «έστι και έσται η Βασιλεία Αυτού αιώνιος 
και η Δεσποτεία Αυτού ατελεύτητος».