Το 1916, η Αικατερίνη Κράκαρη, μια νέα από τον Πειραιά, κυριεύτηκε από δαιμόνιον. Ο σατανάς με λύσσα την βασάνιζε και την ταλαιπωρούσε. Οι πνευματικοί, επειδή η κοπέλα ποθούσε από μικρή να μονάσει, την έκειραν Μοναχή, μήπως την λυπότανε ο Κύριος. Την όνομα σαν δε Παρθενία. Δυστυχώς, η υγεία της επιδεινώθηκε. Το πονηρό πνεύμα φώναζε: «Στάδιον είναι και θα πολεμήσω στήθος με στήθος. Συ καρφωμένε, την ψυχήν και εγώ το σώμα, και όποιος νικήση. Τουλάχιστον να την πεθάνω, να πω πως κάτι έκαμα και δεν έφυγα άπρακτος».
Τον Οκτώβριο του 1925, επιδεινώθηκε η κατά στάση της. Ήταν σπαρακτικό το θέαμα. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν ησύχαζε ημέρα και νύκτα. Το πνεύμα την εσπάραζε και την άφηνε αναίσθητη. Άλλοτε το πονηρό πνεύμα φώναζε: «Ένα Καψάλη είχαμε, τον Γεράσιμο. Τώρα έχομεν και δεύτερον, τον Νεκτάριο τον Νυχά. Ω! συμφορά μας! Φωτιά που μας καίει, διότι ο Γεράσιμος είναι παπάς, αλλ’ ο Νυχάς είναι Δεσπότης και βρίσκεται κοντά στην Άγια Τριάδα. Όταν ανέβαινε, το ρώτησαν: Τι χάριν θέλεις Νεκτάριε;
Καί είπε την εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, διότι πολύ με βασάνισαν στον κόσμον. Ω! μαστίζομαι. Εξαναγκάζομαι να πω την αλήθειαν. Ξέρετε γιατί έλαβε αυτήν την εξουσίαν; Γιατί εγκατέλειψε τον Αρχιερατικόν Θρόνον και πήγε στο βουναλάκι της Αίγινας με σαράντα γυναικούλες και έκανε Π....» Δεν ήθελε όμως, να πει ολόκληρη την λέξη Παρθενώνα.
Αλλά όταν ο Ιερεύς τον όρκισε εις το Όνομα της Άγιας Τριάδος, την είπε καθαρά: Παρθενώνα.
Τα 1962 βλέπει η δαιμονιζόμενη Μοναχή, τον Άγιο, που την ρώτησε:
—Συ τι είσαι; Καλόγρια; Γνωρίζεις τι σημαίνει η λέξις Καλόγρια;
—Όχι απάντησε.
—Καλόγρια, σημαίνει, είπε ο Άγιος, υπομονή και Πίστης. Αλλά που γνωρίζεις συ τα μεγαλεία του Θεού! Θα σε σταυρώσω και θα γίνεις καλά.
—Και όταν θα θεραπευθώ τι θα γίνω; Ρώτησε. Την στιγμήν εκείνην την πήρε από το χέρι με την Ηγουμένη και την πήγαν στον μέσα ξενώνα της Μονής και της είπαν:
Δεν σού αρκεί αυτός ο τόπος να παραμείνεις;. Η κόρη αμέσως ξύπνησε. Από τότε βελτιώνετε αισθητώς. Ξεκίνησε να πάει και στο Μοναστήρι να προσκυνήσει τον Άγιο.
Στο πλοίο, που πήγαινε, αισθανόταν έναν αέρα, που έφευγε από επάνω της. Όταν έφτασε, στο Μοναστήρι απαλλάχτηκε τελείως από την επήρεια του πονηρού. Εκεί είδε πάλιν τον Άγιο με το σκουφάκι του, το πετραχήλι του και τις παντουφλίτσες του. Της είπε σιγανά: Βλέπεις, που έγινες καλά; Σιγά, σιγά θα γίνεις και καλύτερα. Αχ! παιδί μου, πόσον υπέφερες;. Και την σταύρωσε.
Η θεραπευθείσα παρέμεινε εκ τότε εις το Μοναστήρι, ως γραμματεύς της Μονής και εκοιμήθη στα τέλη του 1967.
Τον Οκτώβριο του 1925, επιδεινώθηκε η κατά στάση της. Ήταν σπαρακτικό το θέαμα. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν ησύχαζε ημέρα και νύκτα. Το πνεύμα την εσπάραζε και την άφηνε αναίσθητη. Άλλοτε το πονηρό πνεύμα φώναζε: «Ένα Καψάλη είχαμε, τον Γεράσιμο. Τώρα έχομεν και δεύτερον, τον Νεκτάριο τον Νυχά. Ω! συμφορά μας! Φωτιά που μας καίει, διότι ο Γεράσιμος είναι παπάς, αλλ’ ο Νυχάς είναι Δεσπότης και βρίσκεται κοντά στην Άγια Τριάδα. Όταν ανέβαινε, το ρώτησαν: Τι χάριν θέλεις Νεκτάριε;
Καί είπε την εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, διότι πολύ με βασάνισαν στον κόσμον. Ω! μαστίζομαι. Εξαναγκάζομαι να πω την αλήθειαν. Ξέρετε γιατί έλαβε αυτήν την εξουσίαν; Γιατί εγκατέλειψε τον Αρχιερατικόν Θρόνον και πήγε στο βουναλάκι της Αίγινας με σαράντα γυναικούλες και έκανε Π....» Δεν ήθελε όμως, να πει ολόκληρη την λέξη Παρθενώνα.
Αλλά όταν ο Ιερεύς τον όρκισε εις το Όνομα της Άγιας Τριάδος, την είπε καθαρά: Παρθενώνα.
Τα 1962 βλέπει η δαιμονιζόμενη Μοναχή, τον Άγιο, που την ρώτησε:
—Συ τι είσαι; Καλόγρια; Γνωρίζεις τι σημαίνει η λέξις Καλόγρια;
—Όχι απάντησε.
—Καλόγρια, σημαίνει, είπε ο Άγιος, υπομονή και Πίστης. Αλλά που γνωρίζεις συ τα μεγαλεία του Θεού! Θα σε σταυρώσω και θα γίνεις καλά.
—Και όταν θα θεραπευθώ τι θα γίνω; Ρώτησε. Την στιγμήν εκείνην την πήρε από το χέρι με την Ηγουμένη και την πήγαν στον μέσα ξενώνα της Μονής και της είπαν:
Δεν σού αρκεί αυτός ο τόπος να παραμείνεις;. Η κόρη αμέσως ξύπνησε. Από τότε βελτιώνετε αισθητώς. Ξεκίνησε να πάει και στο Μοναστήρι να προσκυνήσει τον Άγιο.
Στο πλοίο, που πήγαινε, αισθανόταν έναν αέρα, που έφευγε από επάνω της. Όταν έφτασε, στο Μοναστήρι απαλλάχτηκε τελείως από την επήρεια του πονηρού. Εκεί είδε πάλιν τον Άγιο με το σκουφάκι του, το πετραχήλι του και τις παντουφλίτσες του. Της είπε σιγανά: Βλέπεις, που έγινες καλά; Σιγά, σιγά θα γίνεις και καλύτερα. Αχ! παιδί μου, πόσον υπέφερες;. Και την σταύρωσε.
Η θεραπευθείσα παρέμεινε εκ τότε εις το Μοναστήρι, ως γραμματεύς της Μονής και εκοιμήθη στα τέλη του 1967.
