Ο καιρός είναι ένα πράγμα άπιαστο και κατά βάθος ακατανόητο. Το μυαλό μας κ᾿ η καρδιά μας τον νοιώθουνε από τις αλλαγές που γίνονται στον κόσμο. Μα κάποιες αλλαγές μπορεί να γίνουνε πολύ γρήγορα, από μια μέρα σε άλλη, όπως η παραμόρφωση του άνθρωπου που γίνεται από την αρρώστεια, ή ένας ξαφνικός θάνατος που μέσα σε μια στιγμή κάνει τον άνθρωπο ένα αγνώριστο κουφάρι. Τον καιρό τον νοιώθουμε πιο δυνατά από το πάλιωμα κι από το γήρας, που αλλάζουνε τα νεαρά και τα ζωντανά πλάσματα, κι αυτή την αλλαγή την καταλαβαίνουμε σκληρά. Τον νοιώθουμε κι από την καινούργιεψη του κόσμου, μα πιο δυνατά τον νοιώθουμε από τη φθορά· και τον νοιώθουμε απ᾿ αυτή πιο δυνατά, γιατί πονάμε, κι ο πόνος είναι πιο βαθύς από τη χαρά.
Γι᾿ αυτό στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούργιο χρόνο, μπροστά σ᾿ ένα τεχνητό χώρισμα, που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούργιου χρόνου. Σ᾿ αυτόν τον ατελείωτον ωκεανόν δεν υπάρχει μήτε νησί, μήτε στεριά για να αράξεις. Τα ρεύματα σέρνουνε το καράβι σου μέρα-νύχτα και το πάνε παραπέρα, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, ως που να σε πετάξουνε απάνω σε μια ξέρα, ή να σε πάνε σ᾿ ένα λιμάνι απ᾿ όπου δεν θα ξαναβγείς πιά.
Ο καιρός άρχισε με τη δημιουργία του κόσμου. Πριν να γίνει ο κόσμος μπορεί να μας φαίνεται πως θα υπήρχε ο καιρός, αλλά αυτό είναι μια απάτη του μυαλού μας, γιατί αφού δεν υπήρχε τίποτα που να αλλάζει κ᾿ έτσι να φαίνεται πως περνά ο καιρός, πως υπήρχε ο καιρός; Στο τίποτα δεν υπάρχει καιρός. Πριν από τη δημιουργία ήτανε «σκότος επάνω της αβύσσου» (Γένεσις α´, 2). Σκότος κι άβυσσος είναι έννοιες που φανερώνουνε το τίποτα, την ανυπαρξία. Παρακάτω είναι γραμμένο, στο βιβλίο της Γενέσεως: «Καί διεχώρισεν ο Θεός αναμέσον του φωτός και αναμέσον του σκότους. Καί εκάλεσεν ο Θεός το φως ημέραν, και το σκότος εκάλεσε νύκτα. Καί εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί ημέρα μία» (Γένεσ. α´, 4-5). Μόλις έγινε το φως άρχισε κι ο καιρός, «εγένετο πρωΐ ημέρα μία».
Η θρησκεία μας αυτόν τον κόσμο που βλέπουμε τον λέγει «παρόντα αιώνα». Σ᾿ αυτόν τον «αιώνα» υπάρχει ο χρόνος, ενώ στον «μέλλοντα αιώνα» δεν θα υπάρχει, αλλά θα καταργηθεί, αν και λέγεται «αιώνας». Ο απόστολος Παύλος λέγει: «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων» (Α´ Κορινθ. β´, 6). Δηλαδή, τούτος ο κόσμος κι όσοι τον πιστεύουνε, ήγουν οι σαρκικοί άνθρωποι, «καταργούνται», φθείρονται και από τον χρόνο πεθαίνουνε. Ενώ στον «μέλλοντα αιώνα» οι δίκαιοι θα γίνουνε άφθαρτοι κατά την Δευτέρα Παρουσία. Ο ίδιος θεόπνευστος απόστολος λέγει τούτα τα φοβερά λόγια, γι᾿ αυτή την αλλαγή: «Ιδού, μυστήριον υμίν λέγω. Πάντες μεν ούν κοιμηθησόμεθα, πάντες αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι (Α´ Κορινθ. ιε´, 51). Μιλώντας για την καταστροφή τούτου του κόσμου, γράφει: «Είτε προφητείαι καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι, παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους γαρ γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν· όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται» (Α´ Κορινθ. ιγ´, 8). Το «τέλειον» θα είναι άφθαρτο, κ᾿ η αφθαρσία καταργεί τον χρόνο. Στον «μέλλοντα αιώνα» δεν υπάρχει ούτε γέννα, ούτε θάνατος.
Γιά τους πολλούς ανθρώπους αυτά είναι ασύστατες φαντασίες, που τις πιστεύουνε μοναχά «οι πτωχοί τω πνεύματι». Μα αυτοί που τα λένε αυτά είναι για λύπη, κατά τον απόστολο Παύλο: «Αν ελπίζουμε, λέγει, μοναχά σε τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί από τους ανθρώπους». Γιατί με όποια ελπίδα κι αν ξεγελασθούμε, και με όση αδιαφορία κι αν αρματωθούμε, θα ῾ρθει μια μέρα που θα δούμε, θέλοντας και μη θέλοντας, τη φθορά που μας ζώνει σαν πλημμύρα από παντού, και θα τρομάξουμε.
Γύρω μας τα πάντα αλλάζουνε, μέρα με την μέρα. Τα πρόσωπα παραμορφώνουνται, τα κορμιά σακατεύουνται, τα μάτια θολώνουνε, όλα βουλιάζουνε μέσα σ᾿ ένα βουβό χάος. Η φθορά! Καί πιο ζωηρά μας χτυπά αυτό το ξέφτισμα του κόσμου και μας κάνει να συλλογισθούμε τη ματαιότητά μας στην αρχή του καινούργιου χρόνου.
Οι Ρωμαίοι παριστάνανε τον πρώτο μήνα με τη ζωγραφιά του Ιανού που είχε δυό πρόσωπα, οπού ήτανε γυρισμένα από τις δυό μεριές, (κι απ᾿ αυτό, τον βγάλανε Ιανουάριο). Το ένα πρόσωπο που παρίστανε τον περασμένο χρόνο ήτανε γερασμένο, και τ᾿ άλλο που παρίστανε τον καινούργιο χρόνο ήτανε νεαρό. Οι πιο πολλοί που μιλάνε για την πρωτοχρονιά, σας δείχνουνε το νεαρό πρόσωπο. Εγώ σας δείχνω το γέρικο. Δεν το κάνω για να σας κακοκαρδίσω, αλλά γιατί πιστεύω πως ο άνθρωπος που δεν ξεγελιέται, αλλά που βλέπει την αδυναμία του και την ματαιότητα του κόσμου, είναι κερδισμένος, επειδή γίνεται πιο χριστιανός, δεν παραδίνεται στις ηδονές που χαλάνε την ψυχή του, λιγοστεύει τον εγωισμό του, συμπονά τους δυστυχισμένους, ταπεινώνεται, συντρίβεται, αποζητά προστασία κι απλώνει τα χέρια του στον Χριστό που είναι ο Άφθαρτος, που δίνει την αφθαρσία, (Α´ Τιμοθ. α´ 17), ο Βράχος (Α´ Κορινθ. ι´, 4), ο Πρώτος και ο Έσχατος (Άποκαλ. β´, 8), ο Ρυόμενος (Ρωμ. ια´, 26), χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνες (Εβρ. ιγ´, 8), και που είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. ιδ´, 6), «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». (Ιω. ια´, 25). «Εγώ ειμί το Α και το Ω, αρχή και τέλος» (Αποκαλ. α´, 8), « Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη´, 18), «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιω. ια´, 26).
Όποιος λοιπόν πιστεύει στον Χριστό δεν φοβάται και δεν θέλει να ξεγελιέται σαν το καμηλοπούλι, που χώνει το κεφάλι του στον άμμο και θαρρεί πως δεν υπάρχει ο κηνυγός που θέλει να το σκοτώσει, επειδή δεν το βλέπει. Αυτός έχει το θάρρος να αντικρίζει την αλήθεια, γιατί «η ελπίς αυτού εστίν αθανασίας πλήρης» (Σολομ.). Ο νούς του στέκεται ατάραχος μέσα στη βουβή φουρτούνα του καιρού και στο ασταμάτητο ρεύμα του, και φέρνει μπροστά του τις μυριάδες τις μέρες και τις νύχτες που περάσανε και σβήσανε, από τότε που βγήκε ο κόσμος από το χάος της ανυπαρξίας ως τη σημερινή μέρα, που καμμιά καρδιά δεν τις θύμαται πιά. Η καρδιά του δεν λιγοψυχά, ούτε πνίγεται η ψυχή του μέσα στα βουβά κύματα της φθοράς, επειδή «η ελπίς αυτού αθανασίας πλήρης». Γιατί ο Χριστιανός πιστεύει πως με τον Χριστό καταργήθηκε η φθορά, και δεν φοβάται το δόντι του καιρού που τα τρώγει όλα. Με τον Χριστό «η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης, των τέκνων του Θεού. Οίδαμεν γαρ, ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. η´, 21). Ναί, όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί με τον άνθρωπο, γιατί είναι σκλαβωμένη στη φθορά. Κανένα πλάσμα δεν θέλει να πεθάνει, γιατί μέσα στο κάθε ένα είναι ριζωμένη η αγάπη της μακροζωίας. Καί όμως, όλα λυώνουνε και χάνουνε την όψη τους και γίνουνται χώμα αναίσθητο, κι αφανίζεται η τόση λεπτότητα κ᾿ η τόση σοφή σύστασή τους. Η ρόδα του καιρού τ᾿ αλέθει και τα κάνει σκόνη, και λιώνει ως κι αυτή τη θύμησή τους και τούτη η άσπλαχνη ρόδα γυρίζει αδιάκοπα, μέρα και νύχτα. Κατά το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου:
Ο Χρόνος δεν υπάρχει, είναι ένας ίσκιος της φαντασίας. Υπάρχει ο θάνατος. Στον άλλον κόσμο, που θα καταργηθεί ο θάνατος, οι μακάριες ψυχές των δικαίων δεν θα νοιώθουνε τον χρόνο. Άλλα κι από τούτη τη ζωή δεν έχει πολύ εξουσία απάνω τους, σαν να μην τον νοιώθουνε και πολύ, γι᾿ αυτό γράφει ο Σολομώντας: «Δίκαιος εάν φθάση τελευτήσαι, εν αναπαύσει έσται. Γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον, ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε έστι φρόνησις ανθρώποις, και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος. Ευάρεστος τω Θεώ γενόμενος ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη. Ηρπάγη μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού η δόλος απατήση ψυχήν αυτού. Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· διά τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. Οι δε λαοί ιδόντες και μη νοήσαντες, μηδέ θέντες εν διανοία το τοιούτον, ότι χάρις και έλεος εν τοις εκλεκτοίς αυτού, και επισκοπή εν τοις οσίοις αυτού». «Ο δίκαιος αν έρθει η ώρα του να τελευτήσει; θα ῾ναι αναπαυμένος. Γιατί γήρας τίμιο δεν είναι το να ζήσει κανένας πολύ κι ούτε μετριέται με τα χρόνια. Αλλά γεροντική είναι η φρονιμάδα στους ανθρώπους, κ᾿ η ηλικία είναι αψεγάδιαστη ζωή. Επειδή ευαρέστησε στον Θεόν, αγαπήθηκε, και επειδή ζούσε ανάμεσα σε αμαρτωλούς, πάρθηκε από τούτον τον κόσμο. Αρπάχτηκε, μήπως η κακία αλλάξει τη φρονιμάδα του, είτε μήπως η πονηρία ξεγελάσει την ψυχή του. Πεθαίνοντας με λίγα χρόνια σαν να ῾ζησε πολλά. Γιατί ήτανε αγαπημένη από τον Κύριο η ψυχή του· για τούτο βιάσθηκε να φύγει μέσα από την πονηριά. Μα οι άνθρωποι είδανε και δεν καταλάβανε, πως η χάρη και το έλεος του Θεού είναι μαζί με τους διαλεχτούς του, κ᾿ η προστασία του μαζί με τους οσίους του».
Γι᾿ αυτό στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούργιο χρόνο, μπροστά σ᾿ ένα τεχνητό χώρισμα, που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούργιου χρόνου. Σ᾿ αυτόν τον ατελείωτον ωκεανόν δεν υπάρχει μήτε νησί, μήτε στεριά για να αράξεις. Τα ρεύματα σέρνουνε το καράβι σου μέρα-νύχτα και το πάνε παραπέρα, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, ως που να σε πετάξουνε απάνω σε μια ξέρα, ή να σε πάνε σ᾿ ένα λιμάνι απ᾿ όπου δεν θα ξαναβγείς πιά.
*
Η θρησκεία μας αυτόν τον κόσμο που βλέπουμε τον λέγει «παρόντα αιώνα». Σ᾿ αυτόν τον «αιώνα» υπάρχει ο χρόνος, ενώ στον «μέλλοντα αιώνα» δεν θα υπάρχει, αλλά θα καταργηθεί, αν και λέγεται «αιώνας». Ο απόστολος Παύλος λέγει: «Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων» (Α´ Κορινθ. β´, 6). Δηλαδή, τούτος ο κόσμος κι όσοι τον πιστεύουνε, ήγουν οι σαρκικοί άνθρωποι, «καταργούνται», φθείρονται και από τον χρόνο πεθαίνουνε. Ενώ στον «μέλλοντα αιώνα» οι δίκαιοι θα γίνουνε άφθαρτοι κατά την Δευτέρα Παρουσία. Ο ίδιος θεόπνευστος απόστολος λέγει τούτα τα φοβερά λόγια, γι᾿ αυτή την αλλαγή: «Ιδού, μυστήριον υμίν λέγω. Πάντες μεν ούν κοιμηθησόμεθα, πάντες αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι (Α´ Κορινθ. ιε´, 51). Μιλώντας για την καταστροφή τούτου του κόσμου, γράφει: «Είτε προφητείαι καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι, παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους γαρ γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν· όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται» (Α´ Κορινθ. ιγ´, 8). Το «τέλειον» θα είναι άφθαρτο, κ᾿ η αφθαρσία καταργεί τον χρόνο. Στον «μέλλοντα αιώνα» δεν υπάρχει ούτε γέννα, ούτε θάνατος.
Γιά τους πολλούς ανθρώπους αυτά είναι ασύστατες φαντασίες, που τις πιστεύουνε μοναχά «οι πτωχοί τω πνεύματι». Μα αυτοί που τα λένε αυτά είναι για λύπη, κατά τον απόστολο Παύλο: «Αν ελπίζουμε, λέγει, μοναχά σε τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί από τους ανθρώπους». Γιατί με όποια ελπίδα κι αν ξεγελασθούμε, και με όση αδιαφορία κι αν αρματωθούμε, θα ῾ρθει μια μέρα που θα δούμε, θέλοντας και μη θέλοντας, τη φθορά που μας ζώνει σαν πλημμύρα από παντού, και θα τρομάξουμε.
*
Οι Ρωμαίοι παριστάνανε τον πρώτο μήνα με τη ζωγραφιά του Ιανού που είχε δυό πρόσωπα, οπού ήτανε γυρισμένα από τις δυό μεριές, (κι απ᾿ αυτό, τον βγάλανε Ιανουάριο). Το ένα πρόσωπο που παρίστανε τον περασμένο χρόνο ήτανε γερασμένο, και τ᾿ άλλο που παρίστανε τον καινούργιο χρόνο ήτανε νεαρό. Οι πιο πολλοί που μιλάνε για την πρωτοχρονιά, σας δείχνουνε το νεαρό πρόσωπο. Εγώ σας δείχνω το γέρικο. Δεν το κάνω για να σας κακοκαρδίσω, αλλά γιατί πιστεύω πως ο άνθρωπος που δεν ξεγελιέται, αλλά που βλέπει την αδυναμία του και την ματαιότητα του κόσμου, είναι κερδισμένος, επειδή γίνεται πιο χριστιανός, δεν παραδίνεται στις ηδονές που χαλάνε την ψυχή του, λιγοστεύει τον εγωισμό του, συμπονά τους δυστυχισμένους, ταπεινώνεται, συντρίβεται, αποζητά προστασία κι απλώνει τα χέρια του στον Χριστό που είναι ο Άφθαρτος, που δίνει την αφθαρσία, (Α´ Τιμοθ. α´ 17), ο Βράχος (Α´ Κορινθ. ι´, 4), ο Πρώτος και ο Έσχατος (Άποκαλ. β´, 8), ο Ρυόμενος (Ρωμ. ια´, 26), χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνες (Εβρ. ιγ´, 8), και που είπε: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. ιδ´, 6), «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». (Ιω. ια´, 25). «Εγώ ειμί το Α και το Ω, αρχή και τέλος» (Αποκαλ. α´, 8), « Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη´, 18), «Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιω. ια´, 26).
Όποιος λοιπόν πιστεύει στον Χριστό δεν φοβάται και δεν θέλει να ξεγελιέται σαν το καμηλοπούλι, που χώνει το κεφάλι του στον άμμο και θαρρεί πως δεν υπάρχει ο κηνυγός που θέλει να το σκοτώσει, επειδή δεν το βλέπει. Αυτός έχει το θάρρος να αντικρίζει την αλήθεια, γιατί «η ελπίς αυτού εστίν αθανασίας πλήρης» (Σολομ.). Ο νούς του στέκεται ατάραχος μέσα στη βουβή φουρτούνα του καιρού και στο ασταμάτητο ρεύμα του, και φέρνει μπροστά του τις μυριάδες τις μέρες και τις νύχτες που περάσανε και σβήσανε, από τότε που βγήκε ο κόσμος από το χάος της ανυπαρξίας ως τη σημερινή μέρα, που καμμιά καρδιά δεν τις θύμαται πιά. Η καρδιά του δεν λιγοψυχά, ούτε πνίγεται η ψυχή του μέσα στα βουβά κύματα της φθοράς, επειδή «η ελπίς αυτού αθανασίας πλήρης». Γιατί ο Χριστιανός πιστεύει πως με τον Χριστό καταργήθηκε η φθορά, και δεν φοβάται το δόντι του καιρού που τα τρώγει όλα. Με τον Χριστό «η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης, των τέκνων του Θεού. Οίδαμεν γαρ, ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. η´, 21). Ναί, όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί με τον άνθρωπο, γιατί είναι σκλαβωμένη στη φθορά. Κανένα πλάσμα δεν θέλει να πεθάνει, γιατί μέσα στο κάθε ένα είναι ριζωμένη η αγάπη της μακροζωίας. Καί όμως, όλα λυώνουνε και χάνουνε την όψη τους και γίνουνται χώμα αναίσθητο, κι αφανίζεται η τόση λεπτότητα κ᾿ η τόση σοφή σύστασή τους. Η ρόδα του καιρού τ᾿ αλέθει και τα κάνει σκόνη, και λιώνει ως κι αυτή τη θύμησή τους και τούτη η άσπλαχνη ρόδα γυρίζει αδιάκοπα, μέρα και νύχτα. Κατά το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου:
Ο γέρος φθονερός
και των έργων εχθρός
και πάσης μνήμης, έρχεται.
Περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην.
Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
*
Φώτης Κόντογλου
Πηγή: /agiameteora.net

