Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Τό Άγιο Δωδεκαήμερο

Μέ­χρι τα μέ­σα του 4ου αι­ώ­να η Εκ­κλη­σί­α ε­ορ­τα­ζε μα­ζι τη Γεννηση και την Βα­πτι­ση του Χρι­στού στις 6 Ι­α­νου­α­ρι­ου, με το ο­νο­μα Ε­πι­φα­νεια. Στο τε­λος του 4ου αι­ω­να (386 μ.Χ.) πρω­τος ο α­γιος Ι­ω­αν­νης ο Χρυ­σο­στο­μος μι­λα για τα Χρι­στού­γεν­να, χαρακτη­ρι­ζον­τας τα ως «μητροπο­λιν πα­σων των εορτων» και α­να­φε­ρει ο­τι α­πο το 376 μ.Χ. ε­γι­νε γνω­στη αυ­τη η εορ­τη ξε­χω­ρι­στα στις Εκ­κλη­σι­ες της Α­να­το­λης. Ε­τσι διαμορφωθηκε το «Δωδεκαημερο», δηλα­δη το χρονι­κο δι­α­στη­μα α­πο ­τις 25 Δε­κεμ­βρι­ου ε­ως την 6η Ι­α­νου­α­ρι­ου, κα­τα το ο­ποί­ο ε­ορ­τα­ζου­με τα Χρι­στού­γεν­να (25 Δεκ.­), την Πε­ρι­το­μη (1 Ι­αν.) και την Βα­πτι­ση (6 Ι­αν.)


Πα­ρα­μο­νη Χρι­στου­γεν­νων ή Με­γα­λες Ω­ρες Χρι­στου­γεν­νων
Συμ­φω­να με το τυ­πι­κο των α­κο­λου­θι­ων της Εκ­κλη­σι­ας μας, αν η πα­ρα­μο­νη των Χριστουγεννων τυ­χει Σαβ­βα­το ή Κυ­ρια­κη, η Α­κο­λου­θι­α των Με­γα­λων Ω­ρων ψαλ­λε­ται την Πα­ρα­σκευ­η. Οι «Ω­ρες» ει­ναι α­κο­λου­θι­ες της Ε­κκλη­σι­ας μας, που ψαλ­λον­ται σε συγκεκριμενες ω­ρες της η­με­ρας (γι’ αυ­το λε­γον­ται και Ω­ρες), συμ­φω­να με τον βυ­ζαν­τι­νο τρο­πο με­τρη­σε­ως του χρο­νου, που αν­τι­στοι­χεί ως ε­ξης: Πρω­τη(Α) Ω­ρα: πε­ρι­που 6-7 το πρωι, Τρι­τη (Γ): 9 το πρω­ι, Ε­κτη (ΣΤ): 12 το με­ση­με­ρι, Ε­να­τη (Θ): 3 το α­πο­γευ­μα. Κα­θε ω­ρα ε­χει το θε­μα της: Α΄: το φως της η­με­ρας και το φως του Χρι­στού, Γ΄: κα­θο­δος του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος(Πεν­τη­κο­στη), ΣΤ΄: ω­ρα Σταύ­ρω­σης του Κυ­ρι­ου, Θ΄: ω­ρα θα­να­του του Κυ­ρι­ου. Πε­ρι­λαμ­βα­νουν κα­θη­με­ρι­να: τρεις ψαλ­μούς, ε­να τρο­πα­ριο με θε­ο­το­κι­ο, προ­κεί­με­νο ω­ρας, τρι­σα­γιο, τρο­πα­ρια και μια ευ­χη σχε­τι­κη με το θε­μα. Ψαλ­λον­ται βα­σι­κα στα μο­να­στη­ρια. Στις με­γα­λες γι­ορ­τες (Μ. Πα­ρα­σκευ­η, Χρι­στού­γεν­να, Θε­ο­φα­νεια) αλ­λα­ζουν εν­τε­λως μορ­φη και ε­πι­μη­κυ­νον­ται.

Οι ψαλ­μοί ει­ναι α­να­λο­γοι των ε­ορ­των, υ­παρ­χουν πε­ρισ­σο­τε­ρα ε­πι­και­ρα τρο­πα­ρια, υπαρχουν α­να­γνω­σμα­τα α­πο την Πα­λαι­α και την Και­νη Δι­α­θη­κη. Γι’ αυ­το ο­νο­μα­ζον­ται και Μεγα­λες Ω­ρες. Οι Με­γα­λες Ω­ρες των Χρι­στου­γεν­νων μας προ­ε­τοι­μα­ζουν για το γε­γο­νος της Γεν­νη­σε­ως του Κυ­ρι­ου και πε­ρι­λαμ­βα­νουν πολ­λες προ­φη­τεί­ες, α­πο­στο­λι­κα και ευ­αγ­γε­λι­κα α­να­γνω­σμα­τα που α­να­φε­ρον­ται στο γε­γο­νος της Σαρ­κω­σε­ως του Χρι­στού. Δυ­ο τρο­πα­ρια ειναι κοι­να για ο­λες τις Ω­ρες: Το τρο­πα­ριο «Α­πε­γρα­φε­το πο­τε.­.­.» που μι­λα για την απογραφη και τα προ και κα­τα τη Γεν­νη­ση γε­γο­νο­τα, και το προ­ε­ορ­τιο Κον­τα­κιο «Η Παρθε­νος ση­με­ρον τον προ­αι­ω­νιον Λο­γον.­.­.­»: «Α­πε­γρα­φε­το πο­τε, συν τω πρε­σβυ­τη Ιωσηφ, ως εκ σπερ­μα­τος Δαυ­ϊδ, εν Βη­θλε­εμ η Μα­ριάμ, κυ­ο­φο­ρού­σα την α­σπο­ρον κυοφοριαν. Ε­πε­στη δε και­ρος ο της γεν­νη­σε­ως, και το­πος ην ου­δείς τω κα­τα­λυ­μα­τι. Αλ­λ’ ως τερ­πνον πα­λα­τιον, το Σπη­λαι­ον τη Βα­σι­λι­δι ε­δεί­κνυ­το. Χρι­στος γεν­να­ται, την πριν πε­σού σαν, α­να­στη­σων ει­κο­να». «Η Παρ­θε­νος ση­με­ρον, τον προ­αι­ω­νιον Λο­γον, εν Σπη­λαί­ω ερχεται, α­πο­τε­κείν α­πορ­ρη­τως. Χο­ρευ­ε η οι­κου­με­νη α­κου­τι­σθεί­σα, δο­ξα­σον με­τα Αγ­γε­λων και των Ποι­με­νων, βου­λη­θεν­τα ε­πο­φθη­ναι, παι­δι­ον νε­ον, τον προ αι­ω­νων Θε­ον». Βρισκομαστε στην πα­ρα­μο­νη της ε­ορ­της, γι’ αυ­το και τα τρο­πα­ρια ει­ναι προ­ε­ορ­τια, μας προ­ε­τοι­μα­ζουν να δε­χτού­με το με­γα­λο Μυ­στη­ριο της Σαρ­κω­σε­ως, α­πο­κα­λυ­πτον­τας μας το βα­θος των γε­γο­νο­των και τη ση­μα­σι­α τους για τη ζω­η μας, ο­πως το πα­ρα­κα­τω τρο­πα­ριο της Α΄ Ω­ρας:

«Βη­θλε­εμ ε­τοι­μα­ζου, ευ­τρε­πι­ζε­σθω η Φατ­νη, το Σπη­λαι­ον δε­χε­σθω, η α­λη­θεια ηλ­θεν, η σκιά πα­ρε­δρα­με. Καί Θε­ος αν­θρω­ποις, εκ Παρ­θε­νου πε­φα­νε­ρω­ται, μορ­φω­θείς το κα­θ’ η­μας, και θε­ω­σας το προσ­λημ­μα. Διό Α­δαμ α­να­νε­ου­ται συν τη Ευ­α, κρα­ζον­τες, Ε­πι γης ευ­δο­κι­α επεφα­νη, σω­σαι το γε­νος η­μων». Πα­ρου­σιά­ζει ο­μως και την αν­θρω­πι­νη δυ­σκο­λι­α να κατανο­η­θεί αυ­το το με­γα­λο, ε­ξαί­σιο θαύ­μα που κα­τε­βα­ζει τον Θε­ο στη γη: «Τα­δε λε­γει Ιωσηφ προς την Παρ­θε­νον. Μα­ρι­α, τι το δρα­μα του­το, ο εν σοι τε­θε­α­μαι; α­πο­ρω και εξισταμαι, και τον νούν κα­τα­πλητ­το­μαι! Λα­θρα τοί­νυν α­π’ ε­μου, γε­νού εν τα­χει. Μα­ρι­α, τι το δρα­μα του­το, ο εν σοι τε­θε­α­μαι; αν­τι τι­μης αι­σχυ­νην. Αν­τ’ ευ­φρο­συ­νης, την λυ­πην. Αν­τι του ε­παι­νεί­σθαι, τον ψο­γον μοι προ­ση­γα­γες. Ουκ ε­τι φε­ρω λοι­πον, το ο­νει­δος αν­θρω­πων. Υ­πο γαρ Ι­ε­ρε­ων εκ του να­ου, ως α­μεμ­πτον Κυ­ρι­ου σε πα­ρε­λα­βον. Καί τι το ο­ρω­με­νον;» (Δοξαστι­κο Α΄ Ω­ρας)

Ο­μως η πι­στη, η ε­ρευ­να της πι­στε­ως και η Χα­ρη του Θε­ου μας βο­η­θούν να απεγκλωβιστούμε α­πο τη στε­νη δι­α­δι­κα­σι­α των λο­γι­κων δι­ερ­γα­σι­ων και να α­νοι­χτού­με στο θαύ­μα: «Ι­ω­σηφ, ει­πε η­μιν, πως εκ των α­γι­ων ην πα­ρε­λα­βες Κο­ρην, εγ­κυ­ον φε­ρεις εν Βηθλεεμ; Ε­γω φη­σι, τους Προ­φη­τας ε­ρευ­νη­σας, και χρη­μα­τι­σθείς υ­πο Αγ­γε­λου, πε­πει­σμαι, ο­τι Θε­ον γεν­νη­σει η Μα­ρι­α α­νερ­μη­νεύ­τως. Ου εις προ­σκυ­νη­σιν, Μα­γοι εξ Α­να­το­λων η­ξου­σι, συν δω­ροις τι­μι­οις λα­τρεύ­ον­τες. Ο σαρ­κω­θείς δι’ η­μας, Κυ­ρι­ε, δο­ξα σοι». (Δο­ξα­στι­κο Γ΄Ωρας) Αυ­το το α­νοιγ­μα μας βο­η­θα να κα­τα­νο­η­σου­με ο­τι ε­χου­με κι ε­μείς θε­ση με­σα σ’ αυτο το θαύ­μα, μας ο­δη­γεί να βρού­με τον τρο­πο να ε­τοι­μα­στού­με για να γι­νου­με α­ξιοι προσκυ­νη­τες του θεί­ου Βρε­φους: να γι­νου­με «μη­τε­ρα και α­δελ­φοί Του», ο­πως γρα­φει ο Αγιος Συ­με­ων ο Νε­ος Θε­ο­λο­γος: «Δεύ­τε πι­στοί ε­παρ­θω­μεν εν­θε­ως, και κα­τι­δω­μεν συγκαταβα­σιν θε­ι­κην α­νω­θεν, εν Βη­θλε­εμ προς η­μας εμ­φα­νως. Καί νούν κα­θαρ­θεν­τες, τω βι­ω προ­σε­νεγ­κω­μεν, α­ρε­τας αν­τι μυ­ρου, προ­ευ­τρε­πι­ζον­τες πι­στως, των Γε­νε­θλι­ων τας εισοδους, ε­πι των ψυ­χι­κων θη­σαυ­ρι­σμα­των, κρα­ζον­τες. Εν υ­ψι­στοις δο­ξα, Θε­ω τω εν Τριά­δι, δι’ ου εν αν­θρω­ποις ευ­δο­κι­α ε­πε­φα­νη, τον Α­δαμ ε­κλυ­τρω­σα­σθαι, της αρ­χε­γο­νου α­ρας ως Φι­λαν­θρω­πος» (Τρο­πα­ριο ΣΤ΄ Ω­ρας). Μ’ αυ­τον τον τρο­πο βι­ω­νου­με τον λει­τουρ­γι­κο χρο­νο της Εκ­κλη­σι­ας μας. Ζού­με το πα­ρελ­θον ως πα­ρον. Ο χρο­νος της Εκ­κλη­σι­ας μας ει­ναι ενιαίος: πα­ρελ­θον, πα­ρον και μελ­λον ει­ναι ε­νω­με­να εν Χρι­στω. Το δο­ξα­στι­κο της Θ΄ Ω­ρας μας ει­σα­γει σ’ αυ­την την βι­ω­μα­τι­κη δι­α­στα­ση των Χρι­στου­γεν­νων: «Ση­με­ρον γεν­να­ται εκ Παρ­θε­νου, ο δρα­κι την πα­σαν ε­χων κτι­σιν. Ρα­κει κα­θα­περ βρο­τος σπαρ­γα­νού­ται, ο τη ου­σι­α α­να­φης. Θε­ος εν φατ­νη α­να­κλι­νε­ται, ο στε­ρε­ω­σας τους ου­ρα­νούς πα­λαι κα­τ’ αρ­χας. Εκ μαζων γα­λα τρε­φε­ται, ο εν τη ε­ρη­μω Μαν­να ομ­βρι­σας τω Λα­ω. Μα­γους προ­σκα­λεί­ται, ο Νυμ­φι­ος της Εκ­κλη­σι­ας. Δω­ρα του­των αι­ρει, ο Υι­ος της Παρ­θε­νου. Προ­σκυ­νού­μεν σου την Γεν­ναν Χρι­στε. Δεί­ξον η­μιν και τα θεί­α σου Θε­ο­φα­νεια».

26 Δε­κεμ­βρι­ου – Συ­να­ξη Θε­ο­το­κου
Στην λει­τουρ­γι­κη ζω­η της Εκ­κλη­σι­ας μας συ­ναν­του­με τον ο­ρο «Συ­να­ξις». Με­τα α­πο με­γα­λες ε­ορ­τες των ση­μαν­τι­κων προ­σω­πων του σχε­δι­ου της Θεί­ας Οι­κο­νο­μι­ας (Χρι­στος, Πα­να­γι­α), την ε­πο­με­νη η­με­ρα η Εκ­κλη­σι­α μας τι­μα με την «συ­να­ξη» το προ­σω­πο ή τα προ­σω­πα που υπούρ­γη­σαν (δη­λα­δη υ­πη­ρε­τη­σαν, ε­παι­ξαν κυ­ριο ρο­λο στο γε­γο­νος) το μυ­στη­ριο. Ε­τσι εχου­με: 25 Μαρ­τι­ου: Ευ­αγ­γε­λι­σμος – 26 Μαρ­τι­ου: Συ­να­ξις Αρ­χαγ­γε­λου Γα­βρι­ηλ, 25 Δεκεμβρι­ου: Χρι­στού­γεν­να – 26 Δε­κεμ­βρι­ου: Συ­να­ξις Υ­πε­ρα­γι­ας Θε­ο­το­κου, 6 Ι­α­νου­α­ρι­ου: Βα­πτι­ση – 7 Ι­α­νου­α­ρι­ου: Συ­να­ξις Ι­ω­αν­νου Προ­δρο­μου, Κυ­ρια­κη Πεν­τη­κο­στης – Δευ­τε­ρα Αγι­ου Πνεύ­μα­τος, 8 Σε­πτεμ­βρι­ου: Γεν­νη­σις Θε­ο­το­κου – 9 Σε­πτεμ­βρι­ου: Συ­να­ξις Θεοπατορων Ι­ω­α­κείμ και Αν­νης. Την ε­πο­με­νη των Χρι­στου­γεν­νων η Εκ­κλη­σι­α μας τε­λεί την «Συ­να­ξιν της ‘Υ­πε­ρα­γι­ας Δε­σποί­νης η­μων Θε­ο­το­κου». Το συ­να­ξα­ρι της η­με­ρας δι­η­γεί­ται και «Πε­ρι της εις Αι­γυ­πτον φυ­γης της Υ­πε­ρα­γι­ας Θε­ο­το­κου»: Ο­ταν ο Η­ρω­δης πη­ρε την αποφαση να θα­να­τω­θούν ο­λα τα παι­διά της πε­ρι­ο­χης Βη­θλε­εμ α­πο δυ­ο χρο­νων και κα­τω, εμ­φα­νι­στη­κε σε ο­νει­ρο στον Ι­ω­σηφ Αγ­γε­λος Κυ­ρι­ου και του ει­πε: «Ση­κω, πα­ρε το Παι­δι και την μη­τε­ρα Του και φυ­γε και πη­γαι­νε στην Αι­γυ­πτο και μεί­νε ε­κεί με­χρι να σού πω πα­λι τι θα κα­νεις».

Ε­φυ­γε, λοι­πον, και πη­γε στην Αι­γυ­πτο η Θε­ο­το­κος μα­ζι με το Θεί­ο Βρε­φος και τον Ι­ω­σηφ αφ’ ε­νος μεν για να εκ­πλη­ρω­θεί η προ­φη­τεί­α που ε­λε­γε «κα­λε­σα τον Υι­ο μου α­πο την Αιγυπτο» και α­φ’ ε­τε­ρου για να κλεί­σει τα στο­μα­τα των αι­ρε­τι­κων. Αυ­το ση­μαί­νει το ε­ξης: εαν δεν ε­φευ­γε θα συλ­λαμ­βα­νο­ταν το Βρε­φος και ή θα φο­νευ­ο­ταν, ο­πο­τε θα εμ­πο­δι­ζο­ταν η σω­τη­ρι­α του αν­θρω­πι­νου γε­νους ή, ε­αν σω­ζο­ταν για να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί το σχε­διο της σωτη­ρι­ας, το­τε πολ­λοί θα ι­σχυ­ρι­ζον­ταν ο­τι ο Χρι­στος γεν­νη­θη­κε κα­τα φαν­τα­σι­αν και δεν πη­ρε πραγ­μα­τι­κα αν­θρω­πι­νη σαρ­κα. Δι­ο­τι, θα ε­λε­γαν, αν η­ταν πραγ­μα­τι­κα αν­θρω­πος (με σαρ­κα ο­πως ε­μείς) δεν μπο­ρού­σε πα­ρα να θα­να­τω­θεί με ξι­φος, πραγ­μα που το ισχυριστηκαν μερ­ι­κοί αι­ρε­τι­κοί πα­ρο­τι δεν στη­ρι­χτη­καν σε συγ­κε­κρι­με­να ε­πι­χει­ρη­μα­τα. Γι’ αυ­τους, λοι­πον, τους δυ­ο λο­γους ε­φυ­γε και πη­γε στην Αι­γυ­πτο. Ε­πι πλε­ον ο­μως και για να συν­τρι­ψει τα ει­δω­λα που η­ταν ε­κεί. Με τον τρο­πο αυ­το, α­πο­φεύ­γον­τας, δη­λα­δη, τη σφα­γη α­πο τον Η­ρω­δη και ε­πι­στρε­φον­τας αρ­γο­τε­ρα, ε­μελ­λε να σω­σει ο­λο­κλη­ρη την οι­κου­με­νη με τη Σταύ­ρω­ση Του. Οι α­κο­λου­θι­ες της η­με­ρας ει­ναι πα­νο­μοι­ο­τυ­πες με των Χρι­στου­γεν­νων, ενω, πριν από το Συ­να­ξα­ρι, ο Οι­κος της ε­ορ­της μας πα­ρου­σιά­ζει θε­ο­λο­γι­κο­τα­τα το με­γα­λο μυ­στη­ριο της α­ει­παρ­θε­νι­ας της Θε­ο­το­κου: «Τον α­γε­ωρ­γη­τον βο­τρυν βλα­στη­σα­σα, η μυστικη αμ­πε­λος ως ε­πι κλα­δων, αγ­κα­λαις ε­βα­στα­ζε, και ε­λε­γε: Συ ει καρ­πος μου, συ ει η ζω­η μου. Α­φ’ ου ε­γνων, ο­τι και ο ή­μην ει­μι, συ μου Θε­ος. Την γαρ σφρα­γι­δα της Παρ­θε­νι­ας μου ο­ρω­σα α­κα­τα­λυ­τον, κη­ρυτ­τω σε α­τρε­πτον Λο­γον, σαρ­κα γε­νο­με­νον. Ουκ οι­δα σπο­ραν, οι­δα σε λυ­την της φθο­ρας. Α­γνη γαρ ει­μι, σού προ­σελ­θον­τος εξ ε­μου. Ως γαρ ευ­ρες, ε­λι­πες μη­τραν ε­μην. Διά του­το συγ­χο­ρεύ­ει πα­σα κτι­σις βο­ω­σα μοι, Χαί­ρε η Κε­χα­ρι­τω­με­νη».

Κυ­ρια­κη με­τα την Χρι­στού Γεν­νη­σιν
Συμ­φω­να με το τυ­πι­κο της Εκ­κλη­σι­ας μας η πρω­τη Κυ­ρια­κη με­τα τα Χρι­στού­γεν­να τι­μα­ται με ι­δι­αι­τε­ρη α­κο­λου­θι­α που ψαλ­λε­ται α­πο 26 ε­ως και 31 Δε­κεμ­βρι­ου, α­να­λο­γως της η­με­ρας που τυ­χαί­νουν τα Χρι­στού­γεν­να. Το κον­τα­κιο και ο Οι­κος της ε­ορ­της μας πλη­ρο­φο­ρούν για τα θε­ο­λο­γι­κα και ι­στο­ρι­κα δε­δο­με­να της ε­ορ­της: «Ευ­φρο­συ­νης ση­με­ρον, Δαυ­ϊδ πλη­ρού­ται ο θεί­ος, Ι­ω­σηφ τε αι­νε­σιν, συν Ι­α­κω­βω προ­σφε­ρει. Στε­φος γαρ τη συγ­γε­νεί­α Χρι­στού λαβοντες, χαί­ρου­σι, και τον α­φρα­στως εν γη τε­χθεν­τα, α­νυ­μνού­σι και βο­ω­σιν, Οι­κτιρ­μον σω­ζε τους σε γε­ραί­ρον­τας». «Α­πορ­ρη­τω βου­λη, τι­κτε­ται σαρ­κι ο α­σαρ­κος. Πε­ρι­γρα­φε­ται νυν σω­μα­τι, ο α­πε­ρι­γρα­πτος, και σω­ζει α­τρε­πτως τας αμ­φω ου­σι­ας. Αρ­χην λαμ­βα­νει ο φυ­σει α­ναρ­χος, και μο­νος υ­περ­χρο­νος, ο­ρα­ται βρε­φος, ο υ­περ­τε­λει­ος, φε­ρε­ται χερ­σιν, ο φε­ρων τα συμ­παν­τα. Διό τους του­του συγ­γε­νεί­α σε­μνυ­νο­με­νους, ως Θε­ος στε­φει τω ε­αυ­του το­κε­τω. Ούς δο­ξα­ζον­τες πι­στει, α­σι­γη­τως εκ­βο­ω­μεν: Οι­κτιρ­μων σω­ζε τους σε γε­ραί­ρον­τας». Το Συ­να­ξα­ρι της ε­ορ­της μας ε­νη­με­ρω­νει ο­τι τε­λού­με: «Μνη­μη των Α­γι­ων και δι­και­ων Θεοπατορων, Ι­ω­σηφ του Μνη­στο­ρος της Α­γι­ας Παρ­θε­νου Δε­σποί­νης η­μων Θε­ο­το­κου, Ιακωβου του Α­δελ­φού του Κυ­ρι­ου, και Δαυ­ϊδ του Προ­φη­του και Βα­σι­λε­ως», Ε­νω ακολουθούν τα δι­στι­χα που ει­ναι α­φι­ε­ρω­με­να στους τι­μω­με­νους αν­τι­στοί­χως:

«Τι­μω Ι­ω­σηφ Μνη­στο­ρα της Παρ­θε­νου,
Ως ε­κλε­γεν­τα φυ­λα­κα ταύ­της μο­νον.
Συ τε­το­κας παίς, αλ­λ’ α­δελ­φος Κυ­ρι­ου,
Τού παν­τα τε­κτη­ναν­τος εν λο­γω Μα­καρ.
Ε­γω τι φη­σω, μαρ­τυ­ρούν­τος Κυ­ρι­ου,
Τον Δαυ­ϊδ ευ­ρον, ως ε­μαυ­του καρ­δι­αν;»
Το υ­πε­ρο­χο δο­ξα­στι­κο των αι­νων μας μι­λα για την εκ­πλη­ρω­ση της προ­φη­τεί­ας του προ­φη­τη Ι­ω­ηλ που σκι­ω­δως α­να­φε­ρο­ταν στα γε­γο­νο­τα της Ε­ναν­θρω­πη­σε­ως: Αι­μα και πυρ, και ατμιδα κα­πνού, τε­ρα­τα γης, α προ­ει­δεν Ι­ω­ηλ. Αι­μα την Σαρ­κω­σιν, πυρ την Θε­ο­τη­τα, α­τμι­δα κα­πνού, το Πνεύ­μα το Α­γιον, το ε­πελ­θον τη Παρ­θε­νω, και κο­σμον ευ­ω­διά­σαν. Με­γα το μυστη­ριον, της σης ε­ναν­θρω­πη­σε­ως, Κυ­ρι­ε δο­ξα σοι».

29 Δε­κεμ­βρι­ου
Αυ­τη την η­με­ρα η Εκ­κλη­σι­α μας τι­μα την «Μνη­μη των α­γι­ων Νη­πι­ων, των υ­πο Ηρώ­δου αναι­ρε­θεν­των, χι­λιά­δων δε­κα­τεσ­σα­ρων». Το δι­στι­χο του Συ­να­ξα­ρι­ου α­να­φε­ρει: «Διά ξι­φους α­ω­ρα μη­τε­ρων Βρε­φη, Α­νεί­λεν ε­χθρός του βρε­φο­πλα­στου Βρε­φους». Δη­λα­δη: «Με ξι­φος σκο­τω­σε νε­ο­γεν­νη­τα βρε­φη μη­τε­ρων, ο ε­χθρός του (θεί­ου) Βρε­φους, που ει­ναι ο Πλα­στης των βρε­φων». Το υ­πο­μνη­μα του Συ­να­ξα­ρι­ου μας ε­ξη­γεί ο­τι ο Η­ρω­δης σκε­φτη­κε πως αν σκο­τω­νε ο­λα τα παι­διά της η­λι­κι­ας που ε­ξα­κρι­βω­σε α­π’ τους Μα­γους, δεν θα γλι­τω­νε ο μελλον­τι­κος Βα­σι­λιάς, ου­τε θα ε­πι­βου­λευ­ο­ταν τον θρο­νο του. Αλ­λα μα­ται­α κο­πια­σε ο παραφρο­νας, δι­ο­τι δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λα­βει ο­τι τη βου­λη (το θε­λη­μα) του Θε­ου ο ανθρωπος δεν μπο­ρεί να το εμ­πο­δι­σει. Ε­τσι σ’ ε­κεί­να μεν (τα βρε­φη) προ­ξε­νη­σε την Βασιλεί­α των Ου­ρα­νων, στον ε­αυ­το του δε «κο­λα­σιν αι­ω­νιον». Μ’ αυ­το τον τρο­πο ο Η­ρω­δης ε­δω­σε στην εκ­κλη­σι­α τους πρω­τους Μαρ­τυ­ρες, ο­πως το­νι­ζουν τα τρο­πα­ρια της η­με­ρας: Τω α­χραν­τω σου το­κω, Χρι­στε ο Θε­ος, πρω­τη θυ­σι­α γε­γο­νε τα Νη­πια. Η­ρω­δης γαρ χειρωσασθαι, σε τον α­χεί­ρω­τον βου­λη­θείς, η­γνο­η­σε μαρ­τυ­ρων προ­σα­γων σοι χο­ρον. Διό σε ι­κε­τεύ­ο­μεν τον ε­ναν­θρω­πη­σαν­τα, σω­σαι τας ψυ­χας η­μων. Μα­γοι εκ Περ­σι­δος φθα­σαν­τες, εις Ι­ε­ρου­σα­λημ, τον Η­ρω­δην ε­τα­ρα­ξαν. Καί μα­νείς ο δεί­λαι­ος, τα Νη­πια κα­τε­σφατ­τεν. Ως βο­τρυ­ες δε, Χρι­στω προ­ση­χθη­σαν, ει και μη­τρω­ων μα­ζων ε­σπα­σθη­σαν, οι Νε­ο­μαρ­τυ­ρες, τον Η­ρω­δην πλη­ξαν­τες. Διό Χρι­στον, πι­στει ι­κε­τεύ­ου­σιν, εις το σω­θη­ναι η­μας.

1η Ι­α­νου­α­ρι­ου
Τη Α΄ του μη­νος Ι­α­νου­α­ρι­ου ε­ορ­τα­ζο­μεν την κα­τα σαρ­κα Πε­ρι­το­μη του Κυ­ρι­ου και Θε­ου και Σω­τη­ρος η­μων Ι­η­σού Χρι­στού. Οι στι­χοι α­να­φε­ρουν: Χρι­στού πε­ρι­τμη­θεν­τος, ε­τμη­θη Νομος. Καί του Νο­μου τμη­θεν­τος, ει­ση­χθη Χα­ρις. Το Συ­να­ξα­ρι μας πλη­ρο­φο­ρεί ο­τι την κατα σαρ­κα πε­ρι­το­μη ο Κυ­ριος την κα­τα­δε­χτη­κε συμ­φω­να με την σχε­τι­κη δι­α­τα­ξη του νο μου της Πα­λαι­ας Δι­α­θη­κης. Στο­χος Του η­ταν να τη­ρη­σει τον Μω­σα­ι­κο νο­μο, αλ­λα και να τον ξε­πε­ρα­σει προ­χω­ρων­τας στην εκ­πλη­ρω­ση του συμ­βο­λι­σμού της Πε­ρι­το­μης.

Η Πε­ρι­το­μη η­ταν τυ­πος, προ­τυ­πω­ση του Βα­πτι­σμα­τος, της «πνευ­μα­τι­κης και α­χει­ρο­ποί­η­της πε­ρι­το­μης». Αυ­το εκ­φρα­ζουν και τα τρο­πα­ρια της ε­ορ­της: «Συγ­κα­τα­βαί­νων ο Σω­τηρ, τω γενει των αν­θρω­πων, κα­τε­δε­ξα­το σπαρ­γα­νων πε­ρι­βο­λην. Ουκ ε­βδε­λυ­ξα­το σαρ­κος την περιτο­μην, ο ο­κτα­η­με­ρος κα­τα την Μη­τε­ρα, ο α­ναρ­χος κα­τα τον Πα­τε­ρα. Αυ­τω πι­στοί βοησω­μεν, Συ ει ο Θε­ος η­μων, ε­λε­η­σον η­μας». Α­κο­μη μας κα­νουν γνω­στο ο­τι ε­κεί­νη την ημε­ρα, την ο­γδο­η α­πο τη γεν­νη­ση, πη­ρε το ο­νο­μα Του το Βρε­φος και ο­νο­μα­στη­κε Ι­η­σούς. Η Εκ­κλη­σι­α μας, κα­τ’ α­να­λο­γι­αν, ε­χει ει­δι­κη α­κο­λου­θι­α με την ο­ποί­α δι­νει το ο­νο­μα στο νεογεν­νη­το βρε­φος την ο­γδο­η η­με­ρα α­πο την γεν­νη­ση του. Η ευ­χη αυ­της της α­κο­λου­θι­ας μνη­μο­νεύ­ει την Πε­ρι­το­μη του Κυ­ρι­ου, α­φού αυ­τη ε­γι­νε ο τυ­πος και ο ο­δη­γος και για τα ονομα­στη­ρια των Χρι­στια­νων και την «τυ­πω­σιν του Σταυ­ρού εν τη καρ­δι­α και τη δι­α­νοί­α αυ­των». «Δεύ­τε του Δε­σπο­ρου τα εν­δο­ξα, Χρι­στού ο­νο­μα­στη­ρια, εν α­γι­ο­τη­τι πα­νη γυρισωμεν. Ι­η­σούς γαρ θε­ο­πρε­πως, α­νη­γο­ρευ­ται ση­με­ρον». Ε­τσι ει­ναι φα­νε­ρο ο­τι δεν ισχυει αυ­το που νο­μι­ζουν πολ­λοί, ο­τι το Βα­πτι­σμα γι­νε­ται για να δο­θεί το ο­νο­μα. Το Α­γιο Βα­πτι­σμα ει­ναι το Μυ­στη­ριο που μας κα­θα­ρι­ζει και μας «φυ­τεύ­ει» στην Εκ­κλη­σι­α για να γινου­με με­λη Χρι­στού. Το α­πο­λυ­τι­κιο της ε­ορ­της συ­νο­ψι­ζει θε­ο­λο­γι­κο­τα­τα: «Μορ­φην αναλλοι­ω­τως αν­θρω­πι­νην προ­σε­λα­βες, Θε­ος ων κα­τ’ ου­σι­αν, πο­λυ­ευ­σπλαγ­χνε Κυ­ρι­ε. Καί Νο­μον εκ­πλη­ρων, πε­ρι­το­μην, θε­λη­σει κα­τα­δε­χη σαρ­κι­κην, ο­πως παύ­σης τα σκι­ω­δη, και περι­ε­λης το κα­λυμ­μα των πα­θων η­μων. Δο­ξα τη α­γα­θο­τη­τι τη ση, δο­ξα τη ευ­σπλαγ­χνι­α σου, δο­ξα τη α­νεκ­φρα­στω Λο­γε συγ­κα­τα­βα­σει σου».

Την πρω­τη η­με­ρα του ε­τους, λο­γω της μνη­μης του Με­γα­λου Βα­σι­λεί­ου, τε­λεί­ται η Θεί­α Λειτουρ­γι­α του Με­γα­λου Βα­σι­λεί­ου.

Πα­ρα­μο­νη Θε­ο­φα­νεί­ων (5 Ι­α­νου­α­ρι­ου)
Αυ­τη την η­με­ρα τη­ρού­με αυ­στη­ρη νη­στεί­α (χω­ρις λα­δι) ως προ­ε­τοι­μα­σι­α για την με­γα­λη εορ­τη των Θε­ο­φα­νεί­ων. Την πα­ρα­μο­νη της ε­ορ­της των Θε­ο­φα­νεί­ων ψαλ­λον­ται οι Με­γα­λες Ω­ρες της ε­ορ­της, αν­τι­στοι­χες με των Χρι­στου­γεν­νων. Συμ­φω­να με το Τυ­πι­κο, αν τα Θεοφανεια τυ­χουν Κυ­ρια­κη ή Δευ­τε­ρα, οι Ω­ρες ψαλ­λον­ται την Πα­ρα­σκευ­η το πρω­ι χω­ρις Θεί­α Λει­τουρ­γι­α. Αν τυ­χουν α­πο Τρι­τη ε­ως Σαβ­βα­το, οι Ω­ρες ψαλ­λον­ται την πα­ρα­μο­νη, μα­ζι με τον Ε­σπε­ρι­νο της Ε­ορ­της και την Θεί­α Λει­τουρ­γι­α του Με­γα­λου Βα­σι­λεί­ου. Οι Με­γα­λες Ω­ρες των Θε­ο­φα­νεί­ων πε­ρι­λαμ­βα­νουν α­να­γνω­σμα­τα και τρο­πα­ρια σχε­τι­κα με την ε­ορ­τη. Κοι­να τρο­πα­ρια ο­λων των Ω­ρων ει­ναι το Κον­τα­κιο και το «Α­πε­στρε­φε­το πο­τε» (κα­τα το «Απε­γρα­φε­το πο­τε» των Χρι­στου­γεν­νων): «Α­πε­στρε­φε­το πο­τε, ο Ι­ορ­δα­νης πο­τα­μος, τη μηλω­τη Ε­λι­σαι­ε, α­να­λη­φθεν­τος Η­λιού, και δι­η­ρεί­το τα υ­δα­τα εν­θεν και εν­θεν. Καί γε­γο­νεν αυ­τω ξη­ρα ο­δος η υ­γρα, εις τυ­πον α­λη­θως του Βα­πτι­σμα­τος, δι’ ου η­μείς την ρε­ου­σαν, του βι­ου δι­α­πε­ρω­μεν δι­α­βα­σιν. Χρι­στος ε­φα­νη, εν Ι­ορ­δα­νη, α­για­σαι τα υ­δα­τα». «Εν τοις ρείθροις ση­με­ρον του Ι­ορ­δα­νου, γε­γο­νως ο Κυ­ριος, τω Ι­ω­αν­νη εκ­βο­α: Μη δει­λιά­σης βαπτισαι με, σω­σαι γαρ η­κω, Α­δαμ τον πρω­το­πλα­στον». Τα πε­ρισ­σο­τε­ρα τρο­πα­ρια αναφερον­ται στο Βα­πτι­σμα του Κυ­ρι­ου ως αρ­χη και βα­ση του δι­κού μας βα­πτι­σμα­τος. Ο Κυ­ριος με την Βα­πτι­ση Του ερ­χε­ται να σω­σει το αν­θρω­πι­νο γε­νος («Α­δαμ τον πρωτοπλαστον»­), να φω­τι­σει τη ζω­η μας. «Ο­τε προς Αυ­τον ερ­χο­με­νος ο Προ­δρο­μος, τον Κυ­ριον της δο­ξης, ε­βο­α θε­ω­ρων: Ι­δε, ο λυ­τρού­με­νος τον κο­σμον πα­ρα­γε­γο­νεν εκ φθο­ρας. Ιδε, ρυ­ε­ται η­μας εκ θλι­ψε­ως. Ι­δού, ο α­μαρ­τη­μα­των α­φε­σιν χα­ρι­ζο­με­νος, ε­πι γης εκ Παρθενου Α­γνης ε­λη­λυ­θε δι’ ε­λε­ον, και αν­τι δού­λων, υι­ούς Θε­ου ερ­γα­ζε­ται, αν­τι δε σκο­τους φω­τι­ζει το αν­θρω­πι­νον, διά του υ­δα­τος του Θεί­ου Βα­πτι­σμού αυ­του. Λοι­πον δεύ­τε συμφωνως αυ­τον δο­ξο­λο­γη­σω­μεν, συν Πα­τρι και Α­γι­ω Πνεύ­μα­τι».

Με­γας Α­για­σμος
Με­τα τις Ω­ρες και την Θεί­α Λει­τουρ­γι­α του Με­γα­λου Βα­σι­λεί­ου (ο­ταν τε­λεί­ται) ή με­τα την Θεί­α Λει­τουρ­γι­α της πα­ρα­μο­νης των Θε­ο­φα­νεί­ων, πριν την α­πο­λυ­ση, γι­νε­ται η Α­κο­λου­θι­α του Με­γα­λου Α­για­σμού. Ει­ναι η ι­δια Α­κο­λου­θι­α που τε­λεί­ται και την η­με­ρα των Θεοφανείων, αλ­λα για πρα­κτι­κούς λο­γους τε­λεί­ται και την πα­ρα­μο­νη για να αρ­χι­σουν οι ιερείς να α­για­ζουν τα σπι­τια. Δεν ει­ναι λοι­πον Μι­κρος Α­για­σμος, αλ­λα ο Με­γας Α­για­σμος των Θε­ο­φα­νεί­ων. Η μο­νη εμ­φα­νης δι­α­φο­ρα ει­ναι ο­τι το πρω­το α­π’ τα τρι­α με­ρη της ευ­χης του Με­γα­λου Α­για­σμού δι­α­βα­ζε­ται μυ­στι­κως την πα­ρα­μο­νη ή εκ­φω­νως την η­με­ρα της εορτης. Ο Με­γας Α­για­σμος γι­νε­ται μο­νο αυ­τες τις η­με­ρες και θε­ω­ρεί­ται α­νω­τε­ρος α­π’ τον μη­νια­ιο Μι­κρο Α­για­σμο, δεν πρε­πει ο­μως να υ­περ­βαλ­λου­με δι­νον­τας του την ι­δια α­ξι­α με την Θεί­α Κοι­νω­νι­α. Τον Με­γα­λο Α­για­σμο τον πι­νου­με πριν το αν­τι­δω­ρο (γι’ αυ­το τε­λεί­ται πριν την α­πο­λυ­ση).
Μπο­ρού­με να τον κρα­του­με ο­πως α­να­φε­ρει και η ευ­χη: «ε­χοι­εν αυ­το προς κα­θα­ρι­σμον ψυχων και σω­μα­των, προς ι­α­τρεί­αν πα­θων, προς α­για­σμον οι­κων, προς πα­σαν ω­φε­λειαν επι­τη­δει­ον». Το ρη­μα «ε­χω» χρη­σι­μο­ποι­ει­ται σε ευ­κτι­κη δη­λω­νον­τας ο­τι μπο­ρούν «να το εχουν» ή κα­λυ­τε­ρα «ει­θε να το ε­χουν προς.­.­.­». Ε­πο­με­νως μπο­ρεί να φυ­λασ­σε­ται, ο­μως με ιδι­αι­τε­ρη ευ­λα­βεια, σε ει­δι­κο χω­ρο και με εμ­φα­νη εν­δει­ξη ο­τι προ­κει­ται πε­ρι Με­γα­λου Αγιασμού. Η α­πο­ψη ο­τι δεν φυ­λασ­σε­ται υ­παρ­χει για λο­γους α­σφα­λεί­ας και προ­ερ­χε­ται α­π’ την α­προ­σε­ξι­α πολ­λων Χρι­στια­νων που μπο­ρεί να το με­τα­χει­ρι­στούν με α­σε­βεια ή α­κο­μη και για αν­τι­χρι­στες χρη­σεις (μα­για κ.λπ.­). Το κα­λυ­τε­ρο ει­ναι να ρω­τα­με τον πνευ­μα­τι­κο μας για το θε­μα, κι αν δεν ε­χου­με πνευ­μα­τι­κο, ει­ναι μι­α κα­λη ευ­και­ρι­α να α­πο­κτη­σου­με!
Με­τα τον Με­γα­λο Α­για­σμο ει­σερ­χο­με­νοι στο να­ο ψαλ­λου­με: «Α­νυ­μνη­σω­μεν οι πι­στοί, της πε­ρι η­μας του Θε­ου οι­κο­νο­μι­ας το με­γε­θος. Εν γαρ τω η­μων πα­ρα­πτω­μα­τι, γε­νο­με­νος ανθρω­πος, την η­μων κα­θαρ­σιν κα­θαί­ρε­ται εν τω Ι­ορ­δα­νη, ο μο­νος κα­θα­ρος και α­κη­ρα­τος, α­για­ζων ε­με και τα υ­δα­τα και τας κε­φα­λας των δρα­κον­των, συν­τρι­βων ε­πι του υ­δα­τος. Αντλη­σω­μεν ούν υ­δωρ, με­τ’ ευ­φρο­συ­νης α­δελ­φοί. Η γαρ χα­ρις του Πνεύ­μα­τος, τοις πι­στως αν­τλού­σιν, α­ο­ρα­τως ε­πι­δι­δο­ται, πα­ρα Χρι­στού του Θε­ου, και Σω­τη­ρος των ψυ­χων η­μων».

6 Ι­α­νου­α­ρι­ου
Η η­με­ρα των Θε­ο­φα­νεί­ων ει­ναι λαμ­προ­τα­τη και πα­νη­γυ­ρι­κη. «Ση­με­ρον των υ­δα­των αγιαζεται η φυ­σις.­.­.­», ψαλ­λει η Εκ­κλη­σι­α μας και πραγ­μα­τι­κα, τα πο­τα­μια, οι λι­μνες, οι θαλασ­σες της πα­τρι­δας μας ει­ναι α­γι­α­σμε­να! Ει­ναι η γι­ορ­τη κα­τα την ο­ποί­α – πε­ρισ­σο­τε­ρο α­πο κα­θε αλ­λη – νι­ω­θου­με την συμ­με­το­χη της κτι­σης-φυ­σης και την λαμ­πρυν­ση της α­πο το φως της Τρι­ση­λι­ου θε­ο­τη­τος. «Ση­με­ρον η κτι­σις φω­τι­ζε­ται, ση­με­ρον τα παν­τα ευφραίνονται, τα ου­ρα­νια α­μα και τα ε­πι­γεια. Αγ­γε­λοι και αν­θρω­ποι συμ­μι­γνυν­ται. Ο­που γαρ Βα­σι­λε­ως πα­ρου­σι­α, και η τα­ξις πα­ρα­γι­νε­ται. Δρα­μω­μεν τοί­νυν ε­πι τον Ι­ω­αν­νην, πως βα­πτι­ζει Κο­ρυ­φην, α­χει­ρο­ποί­η­τον και α­να­μαρ­τη­τον». Τα παν­τα συμ­με­τε­χουν και αγιαζονται: «Κυ­ρι­ε, πλη­ρω­σαι βου­λο­με­νος, α ω­ρι­σας α­π’ αι­ω­νος, α­πο πα­σης της κτι­σε­ως, λει­τουρ­γούς του μυ­στη­ρι­ου σου ε­λα­βες. Εκ των Αγ­γε­λων τον Γα­βρι­ηλ, εκ των αν­θρω­πων την Παρ­θε­νον, εκ των ου­ρα­νων τον Α­στε­ρα, και εκ των υ­δα­των τον Ι­ορ­δα­νην. Εν ω το α­νο­μη­μα του κο­σμου ε­ξεί­λη­ψας, Σω­τηρ η­μων δο­ξα σοι». Η ι­δια η κτι­ση μας ο­δη­γεί προς τον Δημιουργο: «Ο­τε τη Ε­πι­φα­νεί­α σου ε­φω­τι­σας τα συμ­παν­τα, το­τε η αλ­μυ­ρα της α­πι­στι­ας θαλασ­σα ε­φυ­γε, και ο Ι­ορ­δα­νης κα­τω ρε­ων ε­στρα­φη, προς ου­ρα­νον α­νυ­ψων η­μας. Αλ­λα τω υ­ψει των θεί­ων εν­το­λων σου, συν­τη­ρη­σον Χρι­στε ο Θε­ος, πρε­σβεί­αις της Θε­ο­το­κου, και ελεη­σον η­μας». «Ε­πε­φα­νης ση­με­ρον τη οι­κου­με­νη και το φως σου, Κυ­ρι­ε, ε­ση­μει­ω­θη ε­φ’ ημας, εν ε­πι­γνω­σει υ­μνούν­τας σε. Ηλ­θες, ε­φα­νης, το Φως το α­προ­σι­τον».



Πηγή: /agiameteora.net