Πολλές φορές ακούμε τους χριστιανούς να λένε: «Αν ζούσαμε κι’ εμείς στην εποχή των Αποστόλων και αξιωνόμασταν να δούμε το Χριστό, όπως Τον είδαν εκείνοι, θα γινόμασταν άγιοι, όπως έγιναν κι’ αυτοί». Όσοι σκέφτονται έτσι, ξεχνούν ότι Εκείνος που μιλούσε στον καιρό των αποστόλων, μιλάει και τώρα. Ίσως όμως και πάλι να πεί κάποιος: «Μα δεν είναι το ίδιο πράγμα να δεί κανείς το Χριστό με τα μάτια του, όπως Τον είδαν οι απόστολοι, και ν’ ακούει μόνο τα λόγια Του από άλλους ή να τα διαβάζει στη Γραφή, όπως εμείς σήμερα».
Κι’ εγώ απαντώ, ότι δεν είναι οπωσδήποτε το ίδιο το τότε και το τώρα. Αλλά το τωρινό είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που έζησαν οι Απόστολοι, κι’ ευκολότερα μας φέρνει στην πίστη! Μην παραξενεύεστε. Μόνο ακούστε με.
Τότε ο Κύριός μας φαινόταν στους αχάριστους Ιουδαίους ως ένας πλάνος και τιποτένιος άνθρωπος, ενώ τώρα κηρύσσεται σε μας ως Θεός αληθινός. Τότε έτρωγε με τελώνες και άλλους αμαρτωλούς, τώρα όμως κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα και τρέφει ολόκληρο τον κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ από τους πιο ασήμαντους ανθρώπους. Τώρα προσκυνείται από βασιλείς και άρχοντες ως Υιός του Θεού, και δοξάζει αυτούς που Τον προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία». Τότε Τον θεωρούσαν σαν έναν άνθρωπο φθαρτό και θνητό, που έτρωγε και έπινε και κοιμόταν και κοπίαζε και ίδρωνε και γενικά, έκανε όλα τ’ ανθρώπινα. Τότε λοιπόν, και όχι τώρα, ήταν παράξενο και δύσκολο ν’ αναγνωρίσει κανείς ως Θεό Εκείνον, που είχε αυτά τα ταπεινά και ανθρώπινα στοιχεία. Γι’αυτό και τον Πέτρο, που είπε «συ ει ο Υιός του Θεού του ζώντος», τον μακάρισε ο Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ Μου ο εν τοις ουρανοίς». Όποιος λοιπόν δεν υπακούει με πίστη και ταπείνωση στο Χριστό, που μιλάει και τώρα μεσα από το άγιο Ευαγγέλιό Του, όποιος αμφισβητεί ή απορρίπτει όσα είπε και έκανε τότε ο Χριστός, εκείνος, έστω κι αν έβλεπε τον ίδιο τον Κύριο να θαυματουργεί και Τον άκουγε να διδάσκει, θα ολιγοπιστούσε. Τι λέω; Όχι μόνο θα ολιγοπιστούσε, αλλά φοβάμαι πως θα γινόταν τελείως άπιστος και θα βλασφημούσε το Χριστό, νομίζοντάς Τον σαν αντίθετο ή μάγο ή τσαρλατάνο, και όχι αληθινό Θεό…
Άλλοι πάλι λένε: «Αν ζούσαμε στην εποχή των αγίων Πατέρων, θ’ αγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας την καλή πολιτεία και τους αγώνες τους, θα τους μιμούμασταν. Ενώ τώρα, που ζούμε μαζί με οκνηρούς και χλιαρούς και αμαρτωλούς, χωρίς να το θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στην απώλεια». Όσοι όμως τα λένε αυτά, ξεχνούν ότι εμείς βρισκόμαστε σε λιμάνι ασφαλέστερο από εκείνο που ήταν οι άγιοι Πατέρες. Γιατί στην εποχή τους υπήρχαν πολλές και φοβερές αιρέσεις – φοβερότερες από τις σημερινές – και πολλοί «ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται», που πέτυχαν να πλανέψουν πολλούς ανθρώπους και να καταστρέψουν τις ψυχές τους. Αυτό που σας λέω, μπορείτε να το διαπιστώσετε λ.χ. από τους βίους των μεγάλων οσίων Αντωνίου, Ευθυμίου και Σάββα, που αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων μαζί με πολλούς άλλους αγίους. Καί που να διηγηθώ τι έγινε στην εποχή των αγίων πατέρων Βασιλείου και Χρυσοστόμου, που ήταν γεμάτη από ζιζάνια του πονηρού; Βέβαια, όχι μόνο τότε , αλλά και τώρα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά με τους αιρετικούς. Πολλοί λύκοι και πολλά φίδια ζούν ανάμεσά μας. Όμως δεν έχουν καμμιά εξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στο σκοτάδι της πονηρίας και δεν βλάπτουν παρά μόνο όσους θεληματικά τους ακολουθούν και αυτοπροαίρετα βαδίζουν στο δρόμο της καταστροφής τους. Εκείνους που βαδίζουν στο φως των θείων Γραφών και πορεύονται στη στράτα των εντολών του Χριστού, δεν τολμούν να τους αντιμετωπίσουν, αλλά, βλέποντάς τους να περνάνε, απομακρύνονται σαν από φωτιά. Ίσως όμως αναρωτηθείτε: ποιούς αιρετικούς εννοώ; Μήπως τους Αρειανούς, τους Ευνομιανούς, τους Σαβελλιανούς, τους Απολλιναριστές ή τους Διοσκουρίτες; Όχι, δεν εννοώ αυτούς, τους ασεβείς και άθεους, που, ζώντας στο σκοτάδι, αφανίστηκαν από την πνευματική λάμψη των αγίων Πατέρων και των θεόπνευστων συγγραμάτων τους.
Αιρετικούς ονομάζω εδώ εκείνους που λένε, πως αν ήμασταν στην εποχή των Αποστόλων, θα μπορούσαμε να φυλάξουμε τις εντολές του Χριστού και να γίνουμε άγιοι, ενώ σήμερα όχι. Αυτοί που κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα και να τις διαδίδουν, δεν έχουν πέσει μόνο σε μια αίρεση , αλλά σ’ όλες τις αιρέσεις μαζί. Γιατί όποιος ισχυρίζεται αυτό το πράγμα – ότι δηλαδή θα αγίαζε αν ζούσε στην εποχή των αποστόλων – ανατρέπει όλες τις ιερές Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων. Αν δηλαδή πιστεύουμε, ότι σήμερα είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν όσα ορίζει ο Θεός, τότε όλοι οι άγιοι , τόσο του παλαιού καιρού όσο και των ημέρων μας, πως τα κατόρθωσαν; Καί πως έγραψαν τόσα πολλά από την πείρα της χριστομίμητης ζωής τους, για να νουθετούν κι’ εμάς; Πιστεύοντας λοιπόν και διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες απόψεις, που διαψεύδονται από τους βίους των αγίων και την ιστορία της Εκκλησίας, όχι μόνο τους εαυτούς μας οδηγούμε στην απώλεια, μα και στων άλλων ανθρώπων τις ψυχές σπέρνουμε τα ζιζάνια της αμφιβολίας και της λιποψυχίας. Έτσι μοιάζουμε στους Φαρισαίους, στους οποίους είπε φοβερά λόγια: «Ουαί υμίν, οδηγοί τυφλοί…ότι κλείετε την Βασιλείαν των Ουράνων έμπροσθεν των ανθρώπων· υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν». Ας μη γελιόμαστε. Κι ας μην παίρνουμε στο λαιμό μας και άλλες ψυχές, «πλανώντες και πλανώμενοι». Μπορούμε και σήμερα και πάντα να μιμηθούμε τους αγίους στην προαίρεση, την προθυμία, την ταπείνωση και την αγάπη. Γιατί και οι άγιοι σαν κι’ εμάς ήταν, αλλά άφηναν τη ζωή τους να οδηγηθεί από το θέλημα του Θεού. Ας συντριβούμε κι’ ας χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, για να μαλακώσει η σκληρή, η πέτρινη καρδιά μας. Έτσι θα καθαρθούμε, έτσι θα μοιάσουμε στους αγίους. Τα δάκρυα αυτά, που θα χύσουμε με κόπο και πόνο και βία, δεν είναι πικρά, αλλά γλυκά σαν το μέλι. Έτσι τα κάνει η Χάρη του Θεού. Καί μη μου πείτε πως ορισμένοι άνθρωποι έχουν φυσική ιδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή και σκληρή, που δεν μπορούν να βγάλουν δάκρυα. Τα δάκρυα είναι δώρο της Χάριτος, εμείς βάζουμε την προαίρεση και τη βία.
Επομένως, μ’ αυτή την προϋπόθεση, όλοι μπορούν να συντριβούν και να κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ανάβασιν και το τοις έμπροσθεν επεκτείνεσθαι», λέει το θεόπνευστο στόμα του Θεολόγου Γρηγόριου. Πως λέτε τότε εσείς, ότι μερικοί είναι από τη φύση τους σκληροί, και δεν μπορούν να έρθουν σε κατάνυξη, να πενθήσουν και να κλάψουν για τις αμαρτίες τους; Γιά να καταλάβετε ότι είναι φυσικό να κλαίει κάθε άνθρωπος, θυμηθείτε τα βρέφη, που μόλις βγούν από την κοιλιά της μητέρας τους, αρχίζουν να κλαίνε. Κι αν δεν κλάψουν, σημαίνει πως δεν είναι ζωντανά. Είναι λοιπόν τα δάκρυα φυσικά στον άνθρωπο. Φυσικά και απαραίτητα. Ο όσιος Συμεών ο Στουδίτης έλεγε, ότι ο άνθρωπος, αν θέλει να σωθεί, πρέπει να περάσει τη ζωή του με πένθος και κλάμα, κι’ αυτά να τον συνοδεύουν μέχρι να πεθάνει. Καί όπως το φαγητό είναι απαραίτητο για να ζήσει το σώμα μας, έτσι και τα δάκρυα της μετάνοιας είναι απαραίτητα για την ψυχή μας. Εκείνος που δεν κλαίει κάθε μέρα – δεν λέω κάθε ώρα, για να μην κουραστείτε υπερβολικά -, αφήνει την ψυχή του να πεθάνει από πείνα και να χαθεί αιώνια. Αφού λοιπόν είναι φυσικά στον άνθρωπο τα δάκρυα και το πένθος, ας μην αρνηθούμε αυτό το καλό της φύσεως. Ας αποβάλουμε κάθε κακία και πονηρία και σκληρότητα, και ας καλλιεργήσουμε με προθυμία το μεγάλο δώρο του Θεού. Ας φυλάξουμε το πένθος με προσοχή, σαν εντολή του Κυρίου, με την ταπείνωση, με την απλότητα, με την ακακία της ψυχής με την υπομονή στους πειρασμούς, με τη συνεχή μελέτη των Θείων Γραφών, προπαντός όμως με τη συναίσθηση των αμαρτιών μας και τη βίωση βαρειάς ενοχής απέναντι στον Κύριο.
Όποιός λοιπόν είναι οκνηρός και αμέλης και δεν νοιάζεται για τη σωτηρία του, ας μη λέει πως είναι αδύνατο να σωθεί κανείς σήμερα, γιατί έτσι κλείνει την πόρτα της Βασιλείας των Ουράνων και σε αλλούς ανθρώπους. Καί η ευθύνη του γι’ αυτό είναι ανυπολόγιστη. Φυσικά αυτός, αφού θεωρεί αδύνατη τη σωτηρία, θεωρεί αδύνατο – ή μάλλον – περιττό – και το πένθος. Υπάρχουν όμως, δυστυχώς και χριστιανοί, που πιστεύουν στη σωτηρία αλλά απορρίπτουν το πένθος. Σ’ αυτούς τονίζω τούτο: Όποιος λέει πως είναι αδύνατο ή περιττό να πενθεί και να κλαίει κανείς, αυτός δεν πρόκειται να καθαρθεί. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δεν θα σωθεί και δεν θα δεί τον Κύριο. Όσοι πενθούν, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού, αυτοί και θα παρακληθούν: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Όσοι δεν πενθούν, έχουν πέσει στη χειρότερη απ’ όλες τις αιρέσεις: Νομίζουν ότι η σωτηρία μπορεί ν’ αποκτηθεί μόνο με τα εξωτερικά σχήματα της ευσέβειας. Ξεχνούν όμως ότι θα παρασταθούμε όλοι στο βήμα του Χριστού «Γυμνοί και τετραχηλισμένοι (ολοφάνεροι)», για να πάρει ο καθένας μας το μισθό του σύμφωνα με τα αλάθητα κριτήρια Εκείνου, όχι τα δικά μας.
Αφού λοιπόν θα βρεθούμε γυμνοί μπροστά στον Θεό, γιατί σκεπάζουμε το σώμα μας με πολυτελείς στολές, με λαμπρά ενδύματα και με ωραία υποδήματα; Γιατί τρέχουμε να προϋπαντήσουμε τους άρχοντες; Γιατί μας αρέσει να μας χαιρετούν; Γιατί επιδιώκουμε τις πρωτοκαθεδρίες στα επίσημα γεύματα; Γιατί η υπερηφάνεια, η κενοδοξία και ο ακόρεστος πόθος να εξουσιάζουμε; Γιατί τα ωραία σπίτια και οι υπηρέτες, που μας ξεχωρίζουν από τους άλλους; Γιατί τα άκαιρα γέλια και οι άπρεπες συζητήσεις;… Γυμνοί, μπροστά στο μεγάλο Κριτήριο! Πού τότε το καλό όνομα και η αγιοσύνη, που νομίζουμε πως έχουμε; Πού οι κόλακες και οι ανήξεροι, που μας ονομάζουν αγίους; Πού οι υψηλές θέσεις και οι μεγάλες ιδέες για τον εαυτό μας; Πού οι συγγενικοί δεσμοί; Πού η δόξα των αρχόντων; Πού η σοφία των σοφών του κόσμου; Πού η πεποίθηση πως είμαστε καλύτεροι από τους άλλους ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ; Πού η γλώσσα και οι ρητορείες, που τρέχουν σαν πηγή; «Πού σοφός, που γραμματεύς, που συζητητής του αιώνος τούτου;». Τι φόβος και τρόμος την ώρα εκείνη!
Γι’ αυτό μακάριος είναι εκείνος, που ταπεινωμένος και συντριμμένος, πενθεί και κλαίει νύχτα και μέρα μπροστά στον Θεό. Αυτός θα καθήσει ολόλαμπρος στα δεξιά Του. Καλότυχος είναι εκείνος, που ακούει τα λόγια του Κυρίου και δεν περνάει ανώφελα τη ζωή του, αλλά βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση μετανοίας. Αυτός θα ελεηθεί και θα απολαύσει στη μέλλουσα ζωή τα ανεκλάλητα αγαθά της Ουράνιας Βασιλείας. Αυτός θα γίνει άγιος!
Κι’ εγώ απαντώ, ότι δεν είναι οπωσδήποτε το ίδιο το τότε και το τώρα. Αλλά το τωρινό είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που έζησαν οι Απόστολοι, κι’ ευκολότερα μας φέρνει στην πίστη! Μην παραξενεύεστε. Μόνο ακούστε με.
Τότε ο Κύριός μας φαινόταν στους αχάριστους Ιουδαίους ως ένας πλάνος και τιποτένιος άνθρωπος, ενώ τώρα κηρύσσεται σε μας ως Θεός αληθινός. Τότε έτρωγε με τελώνες και άλλους αμαρτωλούς, τώρα όμως κάθεται στα δεξιά του Θεού Πατέρα και τρέφει ολόκληρο τον κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ από τους πιο ασήμαντους ανθρώπους. Τώρα προσκυνείται από βασιλείς και άρχοντες ως Υιός του Θεού, και δοξάζει αυτούς που Τον προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία». Τότε Τον θεωρούσαν σαν έναν άνθρωπο φθαρτό και θνητό, που έτρωγε και έπινε και κοιμόταν και κοπίαζε και ίδρωνε και γενικά, έκανε όλα τ’ ανθρώπινα. Τότε λοιπόν, και όχι τώρα, ήταν παράξενο και δύσκολο ν’ αναγνωρίσει κανείς ως Θεό Εκείνον, που είχε αυτά τα ταπεινά και ανθρώπινα στοιχεία. Γι’αυτό και τον Πέτρο, που είπε «συ ει ο Υιός του Θεού του ζώντος», τον μακάρισε ο Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ Μου ο εν τοις ουρανοίς». Όποιος λοιπόν δεν υπακούει με πίστη και ταπείνωση στο Χριστό, που μιλάει και τώρα μεσα από το άγιο Ευαγγέλιό Του, όποιος αμφισβητεί ή απορρίπτει όσα είπε και έκανε τότε ο Χριστός, εκείνος, έστω κι αν έβλεπε τον ίδιο τον Κύριο να θαυματουργεί και Τον άκουγε να διδάσκει, θα ολιγοπιστούσε. Τι λέω; Όχι μόνο θα ολιγοπιστούσε, αλλά φοβάμαι πως θα γινόταν τελείως άπιστος και θα βλασφημούσε το Χριστό, νομίζοντάς Τον σαν αντίθετο ή μάγο ή τσαρλατάνο, και όχι αληθινό Θεό…
Επομένως, μ’ αυτή την προϋπόθεση, όλοι μπορούν να συντριβούν και να κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ανάβασιν και το τοις έμπροσθεν επεκτείνεσθαι», λέει το θεόπνευστο στόμα του Θεολόγου Γρηγόριου. Πως λέτε τότε εσείς, ότι μερικοί είναι από τη φύση τους σκληροί, και δεν μπορούν να έρθουν σε κατάνυξη, να πενθήσουν και να κλάψουν για τις αμαρτίες τους; Γιά να καταλάβετε ότι είναι φυσικό να κλαίει κάθε άνθρωπος, θυμηθείτε τα βρέφη, που μόλις βγούν από την κοιλιά της μητέρας τους, αρχίζουν να κλαίνε. Κι αν δεν κλάψουν, σημαίνει πως δεν είναι ζωντανά. Είναι λοιπόν τα δάκρυα φυσικά στον άνθρωπο. Φυσικά και απαραίτητα. Ο όσιος Συμεών ο Στουδίτης έλεγε, ότι ο άνθρωπος, αν θέλει να σωθεί, πρέπει να περάσει τη ζωή του με πένθος και κλάμα, κι’ αυτά να τον συνοδεύουν μέχρι να πεθάνει. Καί όπως το φαγητό είναι απαραίτητο για να ζήσει το σώμα μας, έτσι και τα δάκρυα της μετάνοιας είναι απαραίτητα για την ψυχή μας. Εκείνος που δεν κλαίει κάθε μέρα – δεν λέω κάθε ώρα, για να μην κουραστείτε υπερβολικά -, αφήνει την ψυχή του να πεθάνει από πείνα και να χαθεί αιώνια. Αφού λοιπόν είναι φυσικά στον άνθρωπο τα δάκρυα και το πένθος, ας μην αρνηθούμε αυτό το καλό της φύσεως. Ας αποβάλουμε κάθε κακία και πονηρία και σκληρότητα, και ας καλλιεργήσουμε με προθυμία το μεγάλο δώρο του Θεού. Ας φυλάξουμε το πένθος με προσοχή, σαν εντολή του Κυρίου, με την ταπείνωση, με την απλότητα, με την ακακία της ψυχής με την υπομονή στους πειρασμούς, με τη συνεχή μελέτη των Θείων Γραφών, προπαντός όμως με τη συναίσθηση των αμαρτιών μας και τη βίωση βαρειάς ενοχής απέναντι στον Κύριο.
Όποιός λοιπόν είναι οκνηρός και αμέλης και δεν νοιάζεται για τη σωτηρία του, ας μη λέει πως είναι αδύνατο να σωθεί κανείς σήμερα, γιατί έτσι κλείνει την πόρτα της Βασιλείας των Ουράνων και σε αλλούς ανθρώπους. Καί η ευθύνη του γι’ αυτό είναι ανυπολόγιστη. Φυσικά αυτός, αφού θεωρεί αδύνατη τη σωτηρία, θεωρεί αδύνατο – ή μάλλον – περιττό – και το πένθος. Υπάρχουν όμως, δυστυχώς και χριστιανοί, που πιστεύουν στη σωτηρία αλλά απορρίπτουν το πένθος. Σ’ αυτούς τονίζω τούτο: Όποιος λέει πως είναι αδύνατο ή περιττό να πενθεί και να κλαίει κανείς, αυτός δεν πρόκειται να καθαρθεί. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δεν θα σωθεί και δεν θα δεί τον Κύριο. Όσοι πενθούν, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού, αυτοί και θα παρακληθούν: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Όσοι δεν πενθούν, έχουν πέσει στη χειρότερη απ’ όλες τις αιρέσεις: Νομίζουν ότι η σωτηρία μπορεί ν’ αποκτηθεί μόνο με τα εξωτερικά σχήματα της ευσέβειας. Ξεχνούν όμως ότι θα παρασταθούμε όλοι στο βήμα του Χριστού «Γυμνοί και τετραχηλισμένοι (ολοφάνεροι)», για να πάρει ο καθένας μας το μισθό του σύμφωνα με τα αλάθητα κριτήρια Εκείνου, όχι τα δικά μας.
Γι’ αυτό μακάριος είναι εκείνος, που ταπεινωμένος και συντριμμένος, πενθεί και κλαίει νύχτα και μέρα μπροστά στον Θεό. Αυτός θα καθήσει ολόλαμπρος στα δεξιά Του. Καλότυχος είναι εκείνος, που ακούει τα λόγια του Κυρίου και δεν περνάει ανώφελα τη ζωή του, αλλά βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση μετανοίας. Αυτός θα ελεηθεί και θα απολαύσει στη μέλλουσα ζωή τα ανεκλάλητα αγαθά της Ουράνιας Βασιλείας. Αυτός θα γίνει άγιος!
Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ


