Όπου περιλαμβάνεται και παρουσίασις του μυστηρίου του βαπτίσματος του Χριστού.
Χθες συνεκκλησιάζοντας και συνεορτάζοντας με σας που προεωρτάζατε την ημέρα των Φώτων σας ανέπτυξα τα απαραίτητα λέγοντας προς την αγάπη σας τα σχετικά με το βάπτισμα κατά Χριστόν, το οποίο αξιωθήκαμε εμείς· ότι δηλαδή είναι επίγνωσις του Θεού και υπόσχεσις προς τον Θεό· πίστις μεν και επίγνωσις της εν Θεώ αλήθειας, συμφωνία δε και υπόσχεσις έργων και λόγων και τρόπων αρεστών στον Θεό που τελούνται διά των ιερών συμβόλων. Αλλά διδάσκοντας προσθέσαμε και τούτο, ότι αν δεν μετατρέψωμε σε έργο τις υποσχέσεις εκείνες, τα ιερά εκείνα σύμβολα και οι δι’ αυτών και μαζί με αυτά διά λόγου υποσχέσεις προς τον Θεό, όχι μόνο δεν ωφελούν τον άνθρωπο, αλλά και δικαίως τον υποβάλλουν σε καταδίκη.
Έπειτα εξηγήσαμε την προς τους όχλους διδασκαλία Ιωάννη του Προφήτη και Προδρόμου και Βαπτιστού, η οποία διαλαμβάνει και αυτή περί του ιδίου βαπτίσματος· διότι το μεν βάπτισμα είναι επίγνωσις του Θεού, όπως είπαμε, ο δε πρόδρομος και βαπτιστής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού μας οδηγεί διά της διδασκαλίας του στην επίγνωσι αυτού, αποδεικνύοντας τον προαιώνιο και δεσπότη του παντός, κριτή ζωντανών και νεκρών, που κατά την εξουσία του τους μεν άξιους εισάγει στις αίδιες μονές, τους δε κατακρίτους ρίπτει στη γέεννα του πυρός· ενώ μαρτυρεί ότι αυτός είναι κύριος και των αγγέλων, τον εαυτό του τον συντάσσει στους έσχατους δούλους.
Επειδή δε το βάπτισμα όχι μόνο επίγνωσις του Θεού είναι, αλλά και υπόσχεσις επιστροφής και θεαρέστων έργων, γι’ αυτό ο πρόδρομος του Χριστού και βαπτιστής, όχι μόνο οδηγούσε στην επίγνωσι του Χριστού, αλλά και εκήρυττε μετάνοια κι’ επιζητούσε καρπούς αξίους της μετανοίας, την δικαιοσύνη, την ελεημοσύνη, την μετριοφροσύνη, την αγάπη, την αλήθεια. Δεικνύοντας δε και τούτο, ότι χωρίς έργα δεν ωφελεί καθόλου η προς τον Θεό υπόσχεσις, αλλά και καταδικάζει τον άνθρωπο, επέσειε αξίνα κι’ επεδείκνυε πυρκαιά άσβεστη κι’ έλεγε ότι «κάθε δένδρο που δεν κάμει καλό καρπό αποκόπτεται και ρίπτεται στη φωτιά» .
Εκτός από αυτά εξηγήσαμε προς την αγάπη σας και τους προς τον ίδιο τον Κύριο που ήλθε να βαπτισθή λόγους του Βαπτιστού, που εδίσταζε και υποχωρούσε και παραιτείτο από το έργο, κι’ ζητούσε μάλλον αυτός να λάβη από εκείνον το βάπτισμα. Αλλ’ επίσης εξηγήσαμε και του Κυρίου τους λόγους προς εκείνον, ως δεσπότη που προστάσσει δούλον, συγχρόνως δε και φανερώνει το μυστήριο σαν σε φίλο και συγγενή κατά σάρκα και προβάλλει τις εύλογες δικαιολογίες. Καί φθάσαμε τότε ομιλώντας προς σας έως το σημείο όπου ο Ιωάννης πεισθείς άφησε τον Κύριο να βαπτισθή. Απέμεινε δε από το ευαγγέλιο αυτό που αναγνώσθηκε τώρα, ότι, «αφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς, ανέβηκε αμέσως από το ύδωρ· και ιδού του ανοίχθηκαν οι ουρανοί και είδε ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνη σαν περιστερά και να έρχεται επάνω του. Καί αμέσως ήλθε φωνή από τον ουρανό που έλεγε, τούτος είναι ο αγαπητός Υιός μου, που τον εξέλεξα».
Μέγα και υψηλό, αδελφοί, είναι το μυστήριο του βαπτίσματος του Χριστού που συμπεριλαμβάνεται στα λίγα τούτα λόγια, δυσθεώρητο και δυσερμήνευτο και όχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· αλλ’ επειδή είναι εξαιρετικά σωτήριο, γι’ αυτό, αφού πεισθούμε και ελπίσωμε σ’ αυτόν που προέτρεψε να ερευνούμε τις Γραφές, ας ανιχνεύσωμε όσο είναι εφικτό τη δύναμι του μυστηρίου. Όπως λοιπόν κατά τη αρχή μετά το λόγο του Θεού, «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσί μας», αφού επλάσθηκε η φύσιςμας στον Αδάμ, το ζωαρχικό Πνεύμα, αφού φανερώθηκε κι’ εδόθηκε με το εμφύσημα προς αυτόν, συνεφανέρωσε και το τριαδικό των υποστάσεων της δημιουργού θεότητος επάνω στα αλλά κτίσματα, τα οποία παράγονταν με μόνο το ρήμα του Λόγου και του λέγοντος Πατρός· έτσι τώρα, που αναπλασσόταν στον Χριστό η φύσις μας, το Πνεύμα το άγιο, φανερωθέν διά της προς αυτόν καθόδου από τα υπερουράνια, καθώς βαπτιζόταν στον Ιορδάνη, φανέρωσε το μυστήριο της ύψιστης και παντουργού Τριάδος, το σωστικό για τα λογικά κτίσματα.
Γιά ποιό λόγο φανερώνεται το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, όταν πλάσσεται και αναπλάσσετα ο άνθρωπος; Όχι μόνο διότι είναι μόνος επίγειος μύστης και προσκυνητής της, αλλά και διότι είναι ο μόνος κατά την εικόνα της. Πραγματικά τα μεν αισθητικά και άλογα ζώα έχουν μόνο πνεύμα ζωικό, αλλά κι’ αυτό μη δυνάμενο να υφίσταται καθ’ εαυτό, στερούνται όμως τελείως νού και λόγου· τα δε εντελώς υπέρ την αίσθησι, άγγελοι και αρχάγγελοι, ως νοεροί και λογικοί, έχουν νού και λόγο, αλλά όχι και πνεύμα ζωοποιό, επειδή δεν έχουν ούτε σώμα που να ζωοποιήται από αυτό. Ο δε άνθρωπος είναι ο μόνος που κατ’ εικόνα της τρισυπόστατης φύσεως έχει νού και λόγο και πνεύμα ζωοποιό του σώματος, επειδή έχει και το ζωοποιούμενο σώμα.
Όπως λοιπόν, αφού φανερώθηκε η ύψιστη και παντουργός Τριάς τη στιγμή που αναπλασσόταν η φύσις μας στον Ιορδάνη, σαν είδος αρχετύπου της κατά την ψυχή μας εικόνος, οι μεν βαπτίζοντες κατά Χριστόν μετά τον Χριστό βαπτίζουν με τρεις καταδύσεις, ενώ ο Ιωάννης βάπτιζε με μία κατάδυσι. Κι’ αυτό επισημαίνοντας ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει «αφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς, ανέβηκε αμέσως από το ύδωρ.
«Καί ιδού», λέγει, δηλαδή χωρίς να βγη από το ύδωρ αλλά με το να αναδυθή μόνο, «του ανοίχθηκαν οι ουρανοί». Συγκεντρώσατε λοιπόν τη διάνοιά σας, παρακαλώ αδελφοί, και προσέχετε με ακρίβεια του νού, ώστε να κατανοήσετε την δύναμι του μυστηρίου του κατά Χριστόν βαπτίσματος. Διότι η κατάδυσις του Χριστού στο ύδωρ και η κάτω από αυτό τοποθέτησίς του, όταν βαπτιζόταν, προϋπεδείκνυε την κατάβασί του στον άδη.
Ευλόγως και συνεπώς λοιπόν, όταν ανέβηκε από το ύδωρ, αμέσως του ανοίχθηκαν οι ουρανοί· επειδή και κατά την κάθοδο στον άδη, όπου έγινε για χάρι μας υπόγειος, καθώς επανερχόταν από εκεί, άνοιξε από εκεί τα πάντα για τον εαυτό του, όχι μόνο τα έγγεια και τα περίγεια, αλλά και τον ίδιο τον ανώτατο ουρανό, στον οποίο έπειτα, όταν αναλήφθηκε σωματικώς, «εισήλθε πρόδρομος υπέρ ημών». Όπως δηλαδή διά του μυστικού άρτου και του ποτηρίου προϋπέδειξε το σωτήριο πάθος του και έπειτα παρέδωκε το μυστήριο τούτο στους πιστούς να το τελούν για τη σωτηρία, έτσι προϋπέδειξε και την κάθοδό του στον άδη και την ανάβασί του από εκεί μυστικώς διά του βαπτίσματός του τούτου, και έπειτα το παρέδωσε στους πιστούς να το τελούν για τη σωτηρία. Στον εαυτό του μεν παρείχε έτσι τα επώδυνα και δύσκολα, σ’ εμάς δε εχάριζε την κοινωνία των παθημάτων του ευθύς από την αρχή διά των ανώδυνων τούτων μέσων και μας καθιστούσε κατά τον απόστολο συμφύτους με το ομοίωμα του θανάτου του, ώστε στον καιρό να μας καταξιώση και της υπεσχημένης αναστάσεως .
Έχοντας δηλαδή σαν εμάς ψυχή και σώμα, που ανέλαβε από εμάς για χάρι μας, διά μεν του σώματος υπέστη το θάνατο και την ταφή υπέρ ημών, κι’ ανέδειξε την έγερσι από τον τάφο σαν δύναμι αθανασίας και του ιδίου του σώματος, και μας παρέδωσε να τελούμε την αναίμακτη θυσία σε ανάμνησι τούτων και δι’ αυτής να καρπωνώμαστε τη σωτηρία· διά δε της ψυχής κατήλθε στον άδη και επανήλθε από αυτόν, μεταδίδοντας σε όλους φως αίδιο και ζωή και για δείγμα τούτου μας παρέδωσε να τελούμε το θείο βάπτισμα και διά μέσου αυτού να καρπωνώμαστε τη σωτηρία· και μάλιστα να την καρπωνώμαστε με το καθένα από τα δύο μυστήρια και με τα δύο στοιχεία, την ψυχή και το σώμα, μυούμενα και δεχόμενα σπέρματα ακήρατης ζωής. Πραγματικά από τα δύο αυτά εξαρτάται όλη η σωτηρία μας, αφού όλη η θεανδρική οικονομία στα δύο αυτά συγκεφαλαιώνεται.
«Τού ανοίχθηκαν οι ουρανοί». Δεν είπε ο ουρανός, αλλά «του ανοίχθηκαν οι ουρανοί», δηλαδή όλοι, όλα τα επάνω, για να μη νομίσης, βλέποντας τα άνω κι’ επάνω από εμάς επικείμενα, ότι υπάρχει κάτι που είναι υπερκείμενο και ανώτερο. Πρέπει λοιπόν να εννοήσης και επιγνώσης ότι υπάρχει μία μόνο φύσις και δεσποτεία που από την υπέρ τον ουρανό γύρω απειρία φθάνει μέχρι και των μέσων του σύμπαντος και των ιδικών μας ορίων, δηλαδή γεμίζει τα πάντα και δεν αφήνει τίποτε έξω από εαυτήν και συγκρατεί και περιέχει τα πάντα σωτηρίως και υπερεκτείνεται πέρα από τα πάντα, αναγνωρίζεται όμως απορρήτως σε τρεις συναφείς χαρακτήρες.
«Τού ανοίχθηκαν λοιπόν οι ουρανοί», για να δειχθή φανερώτατα ότι αυτός είναι που και προ των ουρανών υπάρχει, μάλλον δε που είναι και πριν από όλα τα όντα και είναι προς τον Θεό και είναι Θεός και είναι Θεού Λόγος και Υιός και ούτε τον Πατέρα έχει προγενέστερό του και έχει μαζί με τον Πατέρα όνομα το επάνω από κάθε όνομα και από κάθε λόγο. Διότι, όταν όλα τα φαινόμενα μεταξύ αυτού και του Πατρός στον ουρανό, εγκόσμια και υπερκόσμια, εσχίσθηκαν και ήσαν πεταμένα τα πρώτα δίπλα στα άλλα, μόνο αυτός παρουσιαζόταν συνημμένος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, αφού και πριν από τη σύστασι των όντων υπήρχε μαζί με αυτούς.
«Τού ανοίχθηκαν οι ουρανοί», όπως δε λέγει ο Μάρκος, εσχίσθηκαν. Διότι λέγει, «ανεβαίνοντας από το ύδωρ, είδε τους ουρανούς να σχίζωνται». Πως λοιπόν ο μεν ένας είπε, ανοίχθηκαν, ο δε άλλος, εσχίσθηκαν; Γιά να μη διαφύγη την προσοχή των συνετών ακροατών ότι η έννοια του μυστηρίου είναι διπλή. Πραγματικά με την έκφρασι ότι ανοίχθηκαν μας έδειξε ότι οι ουρανοί ήσαν κλειστοί προηγουμένως λόγω της αμαρτίας και της παρακοής μας προς το Θεό. Διότι έχει γραφή ότι ο ουρανός αποκλείσθηκε για τον Αδάμ, όταν παρήκουσε στο Θεό και άκουσε από αυτόν ότι «γη είσαι και στη γη θα μεταβής». Ευλόγως λοιπόν ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον Χριστό, που παρουσιάσθηκε σε όλα υπήκοος και, όπως ο ίδιος είπε στον Ίωαννη, εξεπλήρωσε όλη τη δικαιοσύνη και προσφάτως διά του βαπτίσματος. Επειδή δε, όπως λέγει ο ίδιος ο πρόδρομος του Κυρίου, «δεν δίδει με μέτρο το Πνεύμα ο Θεός, αλλά ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και δίδει τα πάντα στο χέρι του, φαίνεται ότι ο Χριστός κατά σάρκα έλαβε όλη την αμέτρητη και άπειρη δυναμι και ενέργεια του Πνεύματος. Οι ουρανοί έδειξαν εμπρά κτως ότι όλη αυτή η δύναμις και ενέργεια του θείου Πνεύματος είναι αχώρητος σε όλα τα κτιστά.
Γι’ αυτό και όταν τούτη η δύναμις φαινόταν και ήταν σαν να διάβαινε προς την θεοϋπόστατη εκείνη σάρκα, αυτοί μη χωρώντας εσχίσθηκαν. Καλώς λοιπόν διεκήρυξε αυτός που είπε προς τον Θεό, «ούτε ο ουρανός δεν είναι καθαρός ενώπιόν σου», ως ουρανό εννoώντας τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους, τα πολυόμματα Χερουβίμ, τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, όλη την άλλη υπερκόσμια φύσι. Ευλόγως λοιπόν ούτε οι ουρανοί, δηλαδή οι άγγελοι σ’ αυτόν, είναι καθαροί ενώπιον του Θεού των ουρανών, επειδή, αν και φωτίζεται διαπαντός από την υψίστη και δεσποτική ιεραρχία, υστερούν ως προς την υπερτέλεια καθαρότητα αυτής. Μόνη δε η δική μας εν Χριστώ φύσις ως θεοϋπόστατη και ομόθεη διαθέτει καθαρότητα υπερτελεία και είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, χωρητική κάθε λαμπρότητος και αγλαίας και δυνάμεως και ενέργειας του Θείου Πνεύματος. Επομένως όχι μόνο οι ουρανοί ανοίχθηκαν, αλλά και οι ίδιοι οι άγγελοι υποχώρησαν εμπρός στην τοιαύτη κάθοδο του Θείου Πνεύματος σ’ αυτόν.
«Άφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς, ανέβηκε αμέσως από το ύδωρ· και ιδού, του ανοίχθηκαν οι ουρανοί»· ο δε Λουκάς λέγει ότι είχε ανοιχθή ο ουρανός, όταν ακόμη προσευχόταν ο Χριστός· διότι, λέγει, «όταν βαπτίσθηκε και προσευχόταν ο Ιησούς, ανοίχθηκε ο ουρανός». Πραγματικά και βαπτιζόμενος και κατεβαίνοντας και ανεβαίνοντας από το ύδωρ προσευχόταν, διδάσκοντας εμπράκτως ότι, όχι μόνο ο ιερεύς και λειτουργός των μυστηρίων πρέπει να προσεύχεται, αλλά και αυτός που δέχεται το μυστήριο πρέπει να κάμη τούτο σε κάθε θεία τελετή· και αν μεν ο λειτουργός είναι τελειότερος κατά την αρετή και αναπέμπει εκτενέστερη ευχή, δι’ αυτού ανεβαίνει η χάρις προς τον αποδέκτη του Μυστηρίου, αν δε ο αποδέκτης είναι αξιώτερος και προσεύχεται εκτενέστερα, ο θελητής του ελέους (τι άφατη χρηστότης κι’ αυτή!) δεν αρνείται να μεταδώση δι’ αυτού από τη χάρι και στον λειτουργό· όπως και τώρα έγινε φανερά στην περίπτωσι του Ιωάννη, πράγμα που και αυτός μαρτυρεί ύστερα δημόσια, λέγοντας, «όλοι εμείς ελάβαμε από το πλήρωμά του».
Γιατί όμως μόνο στον Ιησού ανοίχθηκε ο ουρανός, όταν προσευχόταν, σε κανένα δε από τους προ αυτού; Τι λέγεις; αυτός που αντιλήφθηκε τη θεανδρική οικονομία του ενυποστάτου Λόγου του Θεού, ενώ ήταν ακόμη έμβρυο, και όχι μόνο επήδησε μαζί του με αγαλλίασι θείου Πνεύματος από την μητρική κοιλιά, αλλά μετέδιδε χάρι και στην κυοφορούσα μητέρα του, αυτός που μόλις λύθηκε από εκεί έλυσε το πατρικό στόμα που είχε δεθή γι’ αυτόν με αφωνία κατόπιν προσταγής του αγγέλου, το θρέμμα της ερήμου, ο υψηλότερος ανάμεσα στα γεννήματα των γυναικών και αξιώτερος των από ανέκαθεν προφητών, δεν είναι ικανός να λύση τον ιμάντα του υποδήματος (ο,τιδήποτε και αν είναι αυτός ο ιμάς), και θα ήταν ικανός ν’ ανοίξη τον ουρανό, μάλλον δε τα υπερουράνια, κάποιος από τους υστερούντας απέναντι στην αξία του;
Γιά να κατανοήσης δε το ύψος της υπεροχής του τώρα βαπτιζομένου κατά σάρκα απέναντι σε όλους, πρόσεξε κι’ εκείνο· ότι «του ανοίχθηκαν οι ουρανοί», έχει γραφή, δείχθηκε δε σ’ εμάς με έργα ότι όχι μόνο οι ουρανοί, αλλά ο ίδιος ο κόλπος του Υψίστου Πατρός του ανοίχθηκε· διότι από εκεί ήλθε το Πνεύμα και η φωνή που μαρτυρούσε την γνησιότητα της υιότητος . Οι δε ουρανοί είναι κήρυκες τούτου, αφού ανοίχθηκαν σαν παγκόσμια στόματα, και διατρανώνοντας όχι μόνο προς τους αγγέλους των ουρανών, αλλά και προς τους επάνω στη γη ανθρώπους την ομοτιμία του Υιού του Θεού προς τον ουράνιο Πατέρα και προς το από αυτόν προελθόν εκπορευτώς Πνεύμα, κατά την ουσία και δύναμι και δεσποτεία προς το σύμπαν.
Ευλόγως λοιπόν μόνο γι’ αυτόν ανοίχθηκαν οι ουρανοί όταν προσευχόταν επειδή και το σφραγισμένο βιβλίο, το οποίο πιθανώς υπαινίσσεται τον κλεισμένο προηγουμένως για μας ουρανό τούτον, κατά την Αποκάλυψι του Ιωάννη, κανένας και κάτω από τη γη δεν μπορούσε να το ανοίξη και να το διαβάση· «κατώρθωσε δε, λέγει, να το ανοίξη και να το διαβάση μόνο ο Λέων από τη φυλή του Ιούδα». Ποιός δε είναι ο Λέων από τη φυλή του Ιούδα μας το εδίδαξε ο πατριάρχης Ιακώβ, που λέγει, «ανέβηκες από τη φυλή, υιέ μου, σκύμνος του λέοντος Ιούδα· αφού εξάπλωσες, κοιμήθηκες σαν λέων και σαν σκύμνος. Ποιός θα τον ξυπνήση; Δεν θα λείψη άρχοντας από τον Ιούδα και ηγεμών από τους μηρούς του, έως ότου έλθη αυτός στον οποίο απόκειται η αποστολή· και αυτός θα είναι προσδοκία των εθνών», δηλαδή αυτός που τώρα άνοιξε φανερά και όλα τα υπερουράνια, που μόνος ανέγνωσε τους από τους αιώνες και στους αιώνες λόγους της προνοίας, τους απόκρυφους στον πατρικό κόλπο θησαυρούς της σοφίας, τα ανεξερεύνητα βάθη και τα μυστήρια του Πνεύματος.
«Αφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς, αμέσως ανέβηκε από το ύδωρ και ιδού ανοίχθηκαν γι’ αυτόν οι ουρανοί». Βλέπετε ότι το άγιο βάπτισμα είναι πύλη των ουρανών που εισάγει εκεί τους βαπτιζομένους; Διότι δεν είπε απλώς «ανοίχθηκαν», αλλά «ανοίχθηκαν γι’ αυτόν οι ουρανοί»· όλα δε όσα έγιναν σ’ αυτόν, για μας έγιναν. Γιά μας λοιπόν ανοίχθηκαν δι’ αυτού οι ουρανοί, που έχοντας ανοικτές τις πύλες προσμένουν την είσοδό μας. Καί πριν από τους άλλους μαρτυρεί τούτο ο πρωταγωνιστής ανάμεσα στους μάρτυρες Στέφανος. Αφού γονάτισε, προσευχόταν και ατενίζοντας είδε ο,τι κανείς δεν είδε πριν από το βάπτισμα του Χριστού· «διότι ατενίζοντας είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στη δόξα του Πατρός», είδε όχι μόνο άρρητη δόξα και τόπο υπερουράνιο, αλλά κι’ αυτόν τον ποθούμενο μέσα στη δόξα του Πατρός, διά της οποίας πρώτος αυτός από τους μετά Χριστόν είδε μακαρίως εκείνα τα οποία δεν είδε κανείς από τους προ Χριστού, στα οποία κι’ αυτά ακόμη τα τάγματα των αγγέλων φοβούνται να παρακύψουν. Διότι τον είλκυσε ο ποθούμενος Ιησούς ποθώντας να είναι τούτος πρώτος διάκονος στους ουρανούς και πολύ προτιμότερος από τα λειτουργικά πνεύματα, καθώς και πρώτος μάρτυρας της αθλήσεως. Γιά μας λοιπόν ανοίχθηκαν δι’ αυτού οι ουρανοί κι’ εμάς καθάρισε διά του Εαυτού του διότι δεν χρειαζόταν ο ίδιος κάθαρσι η άνοιγμα.
Καί είδε ο Ιωάννης, για να μπορή να λέγη ύστερα προς τους ερωτώντες, «κι’ εγώ είδα κι’ εμαρτύρησα, ότι αυτός είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού»· είδε λοιπόν ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνη σαν περιστερά και να έρχεται σ’ αυτόν. Μαρτυρεί δε και της περιστεράς το είδος την καθαρότητα αυτού προς τον οποίο κατέβηκε· διότι τούτο το ζώο δεν πετά επάνω από ακαθάρτους και δυσώδεις τόπους· συνεπιβεβαιώνει δε και με τη φωνή του Πατρός από άνω· «και ιδού», λέγει, δηλαδή μαζί με το είδος της περιστεράς, και «φωνή ακούεται από τους ουρανούς που λέγει, τούτος είναι ο υιός μου ο αγαπητός, τον οποίο εξέλεξα» , τούτος που τώρα δεικνύει το Πνεύμα μου που κατήλθε και μένει επάνω του σαν στον συναίδιον Υιό μου. Πραγματικά ο Πατήρ, χρησιμοποιώντας σαν δάκτυλο το συναίδιο και ομοούσιο και υπερουράνιο Πνεύμα του, φωνάζοντας και δακτυλοδεικτώντας μαζί, απέδειξε δημόσια και εκήρυξε σε όλους ότι ο βαπτιζόμενος τότε από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη είναι ο αγαπητός του Υιός.
Το Πνεύμα δεν εφάνηκε μόνο σαν πατρικός δάκτυλος με τον οποίο δακτυλοδεικτούσε, αλλά κατέβηκε και έως αυτόν τον δεικνυόμενο με τον πατρικό δάκτυλο σαν για να τον ψεύση, και όχι μόνο αυτό, αλλά και διέμεινε επάνω σ’ αυτόν διότι, λέγει, «εμαρτύρησε ο Ιωάννης ότι, είδα το Πνεύμα να κατεβαίνη σαν περιστερά από τον ουρανό και έμεινε επάνω σ’ αυτόν». Καί δεν έμεινε μόνο επάνω σ’ αυτόν (και μάρτυς είναι πάλι ο ίδιος που λέγει, «από το πλήρωμά του ελάβαμε όλοι εμείς»), αλλά και πριν από τη φανερά κάθοδο ήταν μέσα σ’ αυτόν αφανώς· τούτο άλλωστε μαρτυρείται και από τους ασώματους και ουράνιους αγγέλους, από τους οποίους ο μεν ένας λέγει προς την γυναίκα που τον συνελάμβανε με παρθενία «ότι το άγιο Πνεύμα θα επέλθη σε σένα», ο δε άλλος προς τον Ιωσήφ γι’ αυτήν, «ότι το παιδί που έχει γεννηθή μέσα της προέρχεται από άγιο Πνεύμα». Επειδή λοιπόν αυτά δεν κηρύττονται ως απλή συνάφεια, αλλά είναι και κάποια αλληλουχία υπερφυής και διηνεκής συγχρόνως, τελεία και ασύγχυτη, έτσι και αυτός αναδεικνύεται για μας ένας Θεός με τρισυπόστατη και παντοδύναμη θεότητα, που φανερώνεται όποτε και όπως ευδόκησε μόνος του, Πατήρ υπερουράνιος, Υιός ομοούσιος, Πνεύμα άγιο εκπορευόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο στον Υιό, που και την ένωσι έχει ασύγχυτη και τη διαίρεσι αμέριστη. Διότι δύο είναι αυτοί που μαρτυρούν, ο δε μαρτυρούμενος ένας· μαρτυρούν δε και την θεότητά τους και την συμφυία μεταξύ τους και τη διακρισι· την μεν θεότητα από την υπερβατική δεσποτεία, από την οποία εσχίσθηκαν όλοι οι ουρανοί συγχρόνως, την δε συμφυία από την άκρα και διηνεκή συνάφεια και την συμφωνία, την δε διάκρισι διά της διαφοροποιήσεως και της σχέσεως των υποστατικών ονομάτων.
Ανεβάζεται μάλιστα και το από μας πρόσλημμα προς εκείνο το αξίωμα, αφού υπάρχει αχωρίστως μαζί με τον Υιό του Θεού, ώστε και μετά την ενανθρώπησί του οι προσκυνητές και φωτιστικές υποστάσεις να είναι τρεις, στις οποίες εμείς πιστεύουμε και βαπτιζόμαστε, τον μεν παλαιό άνθρωπο εκδυόμενοι με το θείο βάπτισμα, ενδυόμενοι δε τον Χριστό, τον νέο Αδάμ, ο Οποίος κατέστησε νέα την ένοχη φύσι μας, αφού την παρέλαβε από παρθενικά αίματα όπως ευδόκησε, και την εδικαίωσε δι’ Εαυτού και έπειτα όλους όσοι προήλθαν κατά πνεύμα από αυτόν τους ελευθέρωσε από εκείνη την προγονική κατάρα και καταδίκη.
Τι λοιπόν; Επειδή βέβαια ο μονογενής Υιός του Θεού δεν έλαβε από εμάς υπόστασι, αλλά την φύσι μας την οποία ανεκαίνισε, αφού ενώθηκε με αυτήν κατά την ιδική του υπόστασι, δεν μεταδίδει από τη χάρι του και στην καθεμία από τις υποστάσεις μας και δεν λαμβάνει από αυτόν ο καθένας την άφεσι των αμαρτημάτων του; Πως είναι δυνατό να κάμη αλλοιώς αυτός που «θέλει να σωθούμε όλοι», αυτός που «αφού έκλινε τους ουρανούς κατήλθε» υπέρ όλων, και που, αφού με έργα και λόγια και παθήματα μας υπέδειξε οδό σωτηρίας, ανήλθε στους ουρανούς από όπου έλκει τους πιστούς του; Αλλά την μεν φύσι, που την ανακαίνισε αφού την προσέλαβε για μας από μας, την έδειξε αγιασμένη και δικαιωμένη, και υπήκοο καθ’ όλα στον Πατέρα, με όσα αυτός έπραξε κι’ έπαθε κατά το θέλημά του ενωμένος προς αυτήν κατά την υπόστασι· ανακαίνισε δε του καθενός από μας που πιστεύουμε σ’Αυτόν, όχι μόνο τη φύσι, αλλά και την υπόστασι, και μας εχάρισε την άφεσι των αμαρτημάτων διά του θείου βαπτίσματος, διά της τηρήσεως των εντολών του, διά της μετανοίας που εχάρισε στους πταίστες, και διά της μεταδόσεως του σώματος και του αίματός του.
Με το να είπη δε ο Πατήρ από άνω περί του βαπτισθέντος κατά σάρκα «αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστούμαι», έδειξε ότι όλα εκείνα τα αλλά που ελέχθηκαν πρωτύτερα διά των προφητών, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες, ήσαν ατελή και δεν ελέχθηκαν ούτε ετελέσθηκαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού επί τούτου, αλλά απέβλεπαν προς τον τωρινό σκοπό και διά του τελεσθέντος τώρα ετελειώθηκαν κι’ εκείνα. Καί τι περιορίζομαι στις διά των προφητών νομοθεσίες, τις επαγγελίες, τις υιοθεσίες; Διότι και η κατά την αρχή θεμελίωσις του κόσμου προς τούτον έβλεπε, τον κάτω μεν βαπτιζόμενο ως υιό ανθρώπου, από επάνω δε μαρτυρούμενο από το Θεό ως μόνο αγαπητό Υιό, για τον οποίο έγιναν τα πάντα και διά του οποίου έγιναν τα πάντα, όπως λέγει ο απόστολος.
Επομένως και η εξ αρχής δημιουργία του ανθρώπου γι’ αυτόν έγινε, αφού επλάσθηκε κατά εικόνα του Θεού, για να μπορέση κάποτε να χωρέση το αρχέτυπο· και ο νόμος στον παράδεισο γι’ αυτόν εδόθηκε από τον Θεό· διότι δεν θα τον έθετε ο νομοθέτης, αν επρόκειτο να μείνη απραγματοποίητος διαπαντός. Καί τα έπειτα από αυτόν λεχθέντα και τελεσθέντα όλα σχεδόν γι’ αυτόν έγιναν, αν δεν είπη κανείς καλώς ότι και όλα τα υπερκόσμια, οι αγγελικές φύσεις και τάξεις δηλαδή και οι εκεί θεσμοθεσίες, προς τούτον το σκοπό τείνουν από την αρχή, δηλαδή προς την θεανδρική οικονομία, την οποία και υπηρέτησαν, από την αρχή έως το τέλος. Διότι ευδοκία είναι το κυριαρχικό και αγαθό και τέλειο θέλημα του Θεού· αυτός δε είναι ο μόνος, στον οποίο ευδοκεί και επαναπαύεται και αρέσκεται τελείως ο Πατήρ, «ο θαυμαστός του σύμβουλος, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του», αυτός που ακούει και ομιλεί από τον Πατέρα του και παρέχει στους ευπειθείς ζωή αιώνια.
Αυτήν είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς μέσα σ’ αυτόν τον βασιλέα των αιώνων Χριστό, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Πηγή: /agiameteora.net
Πηγή: /agiameteora.net
