Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Συγχωρώ… άρα υπάρχω!

Η συγχώρηση έχει επαινεθεί κατ’ εξοχήν από τον Κύριό μας ως η  αρετή που κάνει τον άνθρωπο να ομοιώνεται με τον Θεό. (Ματθ. 5:43-48) .

Ίσως αναρωτηθεί κάποιος: «Γιατί τούτη η ιδιαίτερη τιμή»; Με δυσκολία  καταφέρνουμε να ζήσουμε έστω και μία μέρα της ζωής μας χωρίς να εμπλακούμε σε προβληματικές σχέσεις, ενώ πολλοί υποφέρουν από ψυχολογικές  επιπλοκές παλεύοντας  με την αδυναμία τους να συγχωρήσουν πλήρως γονείς, συζύγους και άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους.

Η αποτυχία να συγχωρούμε είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτη, ακόμα και σε ανθρώπους που εκφράζουν διακαώς την επιθυμία να συγχωρούν. Πολλοί πιστοί θα ορκίζονταν ότι έχουν συγχωρήσει  πλήρως τα πρόσωπα που τους πλήγωσαν ή τους έβλαψαν, αλλά η συγχώρησή τους αποδεικνύεται μάλλον εύθραυστη κάτω από προβληματικές συνθήκες ή απλά με την πάροδο του χρόνου. Πολλοί άνθρωποι, θρησκευόμενοι και μη, πείθουν τους εαυτούς τους ότι έχουν συγχωρήσει, ενώ στην πραγματικότητα έχουν απλώς λησμονήσει ή δεν μισούν. 

Αρκεί όμως αυτό; Τι σημαίνει η συγχώρηση τελικά; Και γιατί να συγχωρούμε; Διάφορες απαντήσεις έχουν κατά καιρό δοθεί  σε αυτό το τελευταίο ερώτημα. Θα ήταν δυνατόν να τις ομαδοποιήσουμε ως εξής:

Συμβατική συγχώρηση: αν είμαστε ρεαλιστές και προνοητικοί δεν έχουμε άλλη επιλογή, ώστε να αποφύγουμε να μετατρέψουμε την ζωή μας σε ζούγκλα.

Συγχώρηση στα πλαίσια της αμοιβαίας ενσυναίσθησης: ανακαλούμε στη μνήμη μας τις αμαρτίες και τα σφάλματά μας και έτσι τείνουμε να συγχωρούμε και εμείς τα των άλλων.

Η συγχώρηση ως πηγή εσωτερικής ειρήνης: οφείλουμε να συγχωρούμε ώστε να βρίσκουμε ανακούφιση και ειρήνη.

Και οι τρεις τούτοι τύποι συγχώρησης  είναι επίσης δυνατόν να εντοπίζονται και έξω από τον χώρο των θρησκειών.

Ένας τέταρτος απαντάται  μόνο ενδοθρησκειακά: η υπακοή στην εντολή του Θεού. Συγχωρούμε επειδή ο Θεός εντέλλεται να πράττουμε έτσι.

Πολύ συχνά και οι τέσσερις επιδοκιμάζονται από πνευματικούς και από γονείς.  Κάποιοι άνθρωποι προκαλούν κακό, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν μια μορφή υγιέστερης σχέσης. Μέσω της επίθεσης δίνουν τη δυνατότητα να απελευθερωθούν από το δικό τους παντοδύναμο έλεγχο, συγχωρώντας. Οποιουδήποτε τύπου εκδίκηση αποτελεί πλήρη αποτυχία. Στην ιστορία της Εκκλησίας είναι δυνατόν να εντοπιστούν εντυπωσιακά παραδείγματα αμαρτωλών ανθρώπων, ακόμη και βασανιστών, που μεταστράφηκαν όταν έλαβαν την συγχώρηση από κάποιον άγιο.

Δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε το γεγονός ότι ο Winncott εξισώνει την εκδίκηση με τον θάνατο. Προφανώς πρόκειται για θάνατο ψυχολογικής (και ακριβέστερα φανταστικής) φύσης: ο επιτιθέμενος επιβεβαιώνει τις εσφαλμένες παραστάσεις που τρέφει για τον άλλον, αφήνοντας έτσι τις πανίσχυρες φαντασιώσεις του άθικτες, και στην ασυνείδητη φαντασία του έχει «σκοτώσει» το θύμα του. 

Το ενδιαφέρον ζήτημα εδώ είναι ότι ενδεχομένως πεθαίνουμε πνευματικά όχι εξ αιτίας της επίθεσης, αλλά λόγω της μνησικακίας και εκδίκησής μας. Τέτοια είναι η κακία, καταστρέφει εκείνον που την γεννά. Όμως ο οντολογικός θάνατος του θύματος δεν βρίσκεται στα χέρια του επιτιθεμένου, αλλά εξαρτάται απόλυτα από τον τρόπο που αυτός αντιμετωπίζει το θέμα πνευματικά. Ο δυτικός άνθρωπος αντιμετωπίζει τις συζητήσεις για τον οντολογικό θάνατο ως μια ξένη γλώσσα, και ο θάνατος και η ζωή κατανοούνται με όρους ψυχολογικής εμπειρίας. Αν αισθάνομαι ζωντανός, είμαι ζωντανός, αν νοιώθω ότι αγαπώ, αγαπώ. Αν αισθάνομαι ειρηνικός, είμαι. 

Η υιοθέτηση του ψυχολογικού μοντέλου  και η εφαρμογή του στην Εκκλησία συνιστά προδοσία της θεολογικής αλήθειας. Μπορεί κάποιος να νοιώθει γαλήνιος με την βοήθεια ποικίλων ψυχολογικών μηχανισμών, ενώ ταυτόχρονα παραμένει αποξενωμένος από την πραγματική ειρήνη, διότι απουσιάζει η αληθινή συγχώρηση. Κάποιος άλλος ενδεχομένως να είναι βέβαιος ότι αγαπάει, αλλά αυτή η «αγάπη» επιτυγχάνεται με την αποδοκιμασία ή την υποτίμηση του φτωχού αμαρτωλού, όπως έπραξε και ο Φαρισαίος. 

Για να μας βοηθήσει να αφομοιώσουμε την αναγκαιότητα της βαθιάς ενότητας, ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης μας έδωσε το εξής διαγνωστικό κριτήριο για την συγχώρηση: «Τότε  θα καταλάβεις ότι απαλλάχτηκες από τη σήψη, όταν προσεύχεσαι για εκείνον που σε πρόσβαλε, ούτε όταν του προσφέρεις δώρα, ούτε όταν τον προσκαλέσεις σε γεύμα, αλλά μόνον όταν αφού μάθεις για κάποια συμφορά που τον βρήκε, ψυχική ή σωματική, πονέσεις και κλάψεις για αυτόν σαν να επρόκειτο για τον εαυτό σου». Με άλλα λόγια, όταν αισθάνεσαι τον άλλον σαν μέλος του ιδίου σώματος.  

Ο άγιος Μάξιμος εξηγεί γιατί ο Κύριός μας έθεσε ως προϋπόθεση  άφεσης των αμαρτιών μας τη συγχώρηση που προσφέρουμε σε όσους μας έβλαψαν. Ο Θεός επιθυμεί πρώτα εμείς να συμφιλιωθούμε με τους συνανθρώπους μας, όχι για να μάθει από εμάς πώς να συμφιλιώνεται με τους αμαρτωλούς και να συμφωνεί στην απαλοιφή της ποινής τους (!) για τα φοβερά και πολλά εγκλήματα, αλλά για να μας καθαρίσει από τα πάθη και να μας δείξει ότι η διάθεση όσων συγχωρούνται συμβαδίζει με την κατάσταση της χάρης. Η Αγία Γραφή φανερώνει ότι όποιος δεν έχει συγχωρήσει εντελώς όσους τον βλάπτουν και δεν έχει παρουσιάσει στον Θεό την καρδιά του καθαρή από την μνησικακία, θα χάσει τη χάρη των αγαθών για την οποία προσεύχεται. Θα παραδοθεί μάλιστα στο πειρασμό και τον πονηρό με δίκαιη κρίση, ώστε να μάθει να καθαρίζεται από τα πλημμελήματα του ακυρώνοντας τις κατηγορίες του εναντίον των άλλων. (Μαξίμου του Ομολογητού, Εις το Πάτερ ημών. Ε.Π.Ε. 15Γ 259-263).

Το συγκεκριμένο απόσπασμα εξηγεί γιατί το αίτημα για τη συγχώρηση προηγείται του αντιστοίχου για την λύτρωση από τον πειρασμό. Προφανώς η μνησικακία διακόπτει την ενότητα της ανθρώπινης φύσης, ώστε αυτή να είναι αδύνατο να  ενωθεί με τον Θεό αν δεν συγχωρούμε, έστω και αν κάνουμε πολλές προσευχές ή έχουμε πολλά καλά έργα να παρουσιάσουμε. Η ενότητα με τον Θεό πραγματώνεται μόνο εν Χριστώ. Με την μνησικακία ή την εχθρότητα και τα παρόμοια, χωριζόμαστε πλέον από Αυτόν. 

Θα ήταν σωστό να πούμε ότι η αυθεντική  συγχώρηση μπορεί να καθαρίσει όλες τις αμαρτίες και να οδηγήσει στη σωτηρία, όχι δυνάμει κάποιας ηθικής ανωτερότητας, αλλά εξ αιτίας του οντολογικού δυναμισμού της. Επιπλέον ο Ιησούς απαίτησε συμφιλίωση  ώστε να προσφέρουμε τα δώρα στη θ. Λειτουργία  και να μετάσχουμε στη θ. Κοινωνία, γι΄ αυτό και ονομάζεται κοινωνία.

Σε σχόλιό του στη προσευχή του Χριστού κατά την νύχτα της σύλληψής Του, ο γέρων Σωφρόνιος κάνει τη σημαντική παρατήρηση ότι ο καθένας μπορεί να μιμηθεί τον Χριστό στη προσευχή του, στο βαθμό που προσεύχεται για όλο τον κόσμο, θεωρώντας και αισθανόμενος τους ανθρώπους ως μέλη του κοινού σώματος. Ο γέρων Σωφρόνιος προσθέτει ότι τούτο συνιστά ακριβώς την ιεροσύνη των λαϊκών, την πραγμάτωση του προορισμού του ανθρώπου, το πλήρωμα της ζωής. 

Ισχυρό πειρασμό για όλους μας αποτελεί η διερώτηση: με ποιόν τρόπο αυτές οι θεμελιώδεις έννοιες θα εφαρμοστούν στην εκκλησιαστική πράξη του σήμερα;

Οι άνθρωποι δεν καθοδηγούνται ποιμαντικά στην αγάπη προς τους εχθρούς και στην αποδοχή των αντιπάλων, στη θερμή προσευχή για την σωτηρία των άλλων και τον ταπεινό αυτοέλεγχό τους υπό το φως των κατηγοριών των αντιπάλων τους. 

Αντί αυτού απολαμβάνουν την εύκολη προσέγγιση στη θεία Ευχαριστία, αν ικανοποιούν διάφορα, μάλλον δευτερευούσης σημασίας, καθήκοντα, ανεξάρτητα από την κρυμμένη αδιαφορία τους και την συγκαλυμμένη μνησικακία τους. Ζευγάρια, οικογένειες, φίλοι, συγγενείς, ομάδες, συνεργάτες, ακόμη και η Εκκλησία, όλοι υποφέρουμε από το αίσθημα ότι ο άλλος  αποτελεί απειλή και όχι ευλογία, ότι ο άλλος είναι η κόλασή μας και όχι ο ουρανός μας. Ένας σημαντικός παράγοντας που οδηγεί στη συγκεκριμένη αποτυχία είναι ένα είδος ψυχολογικής πνευματικότητας που διαποτίζει τον κόσμο, σε τέλεια συμφωνία με την εποχή του ψυχολογισμού. Σε τούτη τη διαστροφή της πνευματικότητας ό,τι μετράει είναι το συναίσθημα και όχι το βάθος.

Η συγχώρηση γίνεται προνομιούχο θέμα για την επανεκτίμηση του νοήματος που δίνουμε στην πνευματικότητα. Μας υποχρεώνει να αποφασίσουμε αν θα επιλέξουμε τον ατομισμό  των ψυχολογικών εμπειριών ή αν θα στοχαστούμε στην εκκλησιαστική αρετή της αγάπης προς τους άλλους. Η αγάπη είναι η ουσία της Εκκλησίας καθώς είναι το ύψιστο ιδίωμα του Θεού. Αποτελεί τον μοναδικό (προσδι)ορισμό του Θεού (Α΄ Ιωάν. 4: 8).
Διπλή είναι η αποστολή. Πρώτον, να διατηρήσουμε την αγάπη μεταξύ των μελλών της Εκκλησίας, σύμφωνα με τον Χριστό που διακήρυξε: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. 13:35). Δεύτερον, να αντιδράσουμε με αγάπη και συγχώρηση έναντι όσων μάχονται την Εκκλησία και τους χριστιανούς, καθώς ο Κύριος και οι Μάρτυρες είπαν: «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν» (Λουκ. 23:34 ).

Η αγάπη για τους εχθρούς έτσι γίνεται το κορυφαίο επίτευγμα της αγάπης. Όπως γράφει ο Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζούλιας: «Καμμιά μορφή αγάπης δεν είναι πιο ελεύθερη από αυτήν, και καμιά μορφή ελευθερίας δεν ταυτίζεται πιο πολύ με την αγάπη  των εχθρών. Η αγάπη που δεν περιμένει ανταπόδοση.. είναι αληθινά χάρις, δηλαδή ελευθερία... Μόνο όταν συμπίπτει η αγάπη με την ελευθερία έχουμε θεραπεία. Αγάπη χωρίς ελευθερία και ελευθερία χωρία αγάπη, αποτελούν παθολογικές καταστάσεις που χρειάζονται θεραπεία».

περίληψη από το ομώνυμο κεφάλαιο του βιβλίου
του π. Βασιλείου Θερμού, "Περάσματα στην απέναντι όχθη"
εκδόσεις "Εν πλώ"

"Γίνετε μέλος και στην σελίδα μας στο Facebook, πατώντας "ΕΔΩ"