Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Διδακτικές Ιστορίες: Φτιάχτε αναμνήσεις

Όταν ο Αντώνης, ο άντρας μου και εγώ παντρευτήκαμε επήγαμε να ζήσουμε σε ένα τροχόσπιτο που ο Αντώνης θα κατάφερνε να ξεπληρώσει σε δυο χρόνια. Εβδομήντα δύο πόδια μακρύ και δέκα τέσσερα πόδια φάρδος, είχε δύο κρεβατοκάμαρες, πλυντήριο και στεγνωτήριο. Ευρισκόταν στο πάρκο που πάρκαραν τα τροχόσπιτα και θεωρείτο ότι ήταν σε καλή θέση.

- "Σύντομα θα είναι όλο δικό μας", είπε ο Αντώνης καθώς έκανε χώρο για τα πράγματά μου. Εγώ όμως δεν ήμουν και τόσο σίγουρη ότι ήθελα το τροχόσπιτο για σπίτι μου.

Όταν έβρεχε, η περιοχή πλημμύριζε. Τα αδύνατα, λεπτά δέντρα μπροστά στον κήπο έμοιαζαν με παραμεγαλωμένα αγριόχορτα. Ή δε επίπλωση στο τροχόσπιτο, περιείχε αταίριαστα έπιπλα λες και ήταν παραπεταμένα. Ο Αντώνης δούλευε πολλές ώρες ως πυροσβέστης στο Χιούστον. Εγώ προσπαθούσα να ασχολούμαι με το νοικοκυριό, μα το σπίτι μας παρέμενε ένα τροχόσπιτο όσο και αν το καθάριζα.

- "Θα το συνηθίσεις", μου έλεγε ο Αντώνης. Τα οικονομικά μας ήταν στριμωγμένα μιας και είχε επενδύσει αρκετά για την αγορά του τροχόσπιτου. "Δεν είναι πρακτικό ούτε πραγματοποιήσιμο να αλλάξουμε τόπο κατοικίας", μου εξηγούσε. Ένα βροχερό μεσημέρι καθώς έτρωγα ένα σάντουιτς κοιτώντας έξω από το μικρό αλουμινένιο παράθυρο αισθάνθηκα σαν να βρισκόμουν σε κάμπινγκ. Αυτό δεν είναι σπίτι! Θεέ μου τι να κάνω; Σκέφτηκα.

Βυθίστηκα στην τριμμένη παλιά πολυθρόνα απελπισμένη και αναπόλησα την μεγάλη κουνιστή πολυθρόνα που με τις ώρες καθόμουν στο πατρικό μου σπίτι στο Βέρμοντ. Νοστάλγησα τα σπιτικά μοσχομυρωδάτα κουλουράκια της μαμάς μου, και τις όμορφες πετσέτες με κέντημα στο τέλος που είχε στο μπάνιο. Αυτό ήταν σπίτι!

- "Θεέ μου", προσευχόμουν, "σε παρακαλώ βοήθησε τον Αντώνη και μένα να βρούμε ένα πραγματικό σπίτι".

Σηκώθηκα από την πολυθρόνα που είχα βουλιάξει και βαδίζοντας με κόπο πήγα λίγο πιο κάτω ως το γραμματοκιβώτιό μας. Ανοίγοντάς το με το μικροσκοπικό κλειδάκι και με την ελπίδα ότι θα υπήρχε κάποιο γράμμα από το Βέρμοντ απογοητεύτηκα αντικρίζοντας ένα ελαφρύ φάκελο που περιείχε κάποιο λογαριασμό. Κοίταξα και τα άλλα γραμματοκιβώτια παραδίπλα και αναρωτήθηκα αν σε κάποιο από αυτά υπήρχαν κάποια καλά νέα.

Τότε είδα να έρχεται μία αδύνατη ηλικιωμένη γυναίκα με το κεφάλι σκυμμένο κάτω από την μαύρη ομπρέλα της. Όταν μου έγνευσε σε χαιρετισμό, την αναγνώρισα, έμενε στην διπλανή πόρτα.

- "Δεν έχω νέα από τον γιο μου τελευταία", μου είπε καθώς έβγαζε ένα κλειδάκι από την τσέπη της. Με ένα βιασμένο χαμόγελο ξεκίνησα να την προσπεράσω.

- "Κοίτα, φώναξε χαρούμενα, καθώς έβγαζε ένα φάκελο από το γραμματοκιβώτιο και ήλεγχε την σφραγίδα φιλώντας το. "Ο γιος μου εργάζεται στην πόλη αλλά ποτέ δεν ξεχνά την μαμά του. Δίπλωσε το φάκελο και το έβαλε στην τσέπη της. - Είμαι η κυρία Μπάξτερ", είπε καθώς επιστρέφαμε πίσω στα τροχόσπιτά μας.

- "Το όνομά μου είναι Ντέηλ, Μένω δίπλα σας". Στραβοκοιτάζοντάς με κάτω από την ομπρέλα της είπε: "Εντάξει Ντέηλ, είμαι πάντα εδώ αν ποτέ με χρειαστείς". - "Ευχαριστώ θα το θυμάμαι" της απάντησα καθώς χωρίσαμε.

Παρ' όλο που η φιλία μας δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα χαιρετισμό ή ένα "γεια" αισθανόμουνα λιγότερο μόνη όταν ο Αντώνης έλειπε στην εργασία του. Κοιτάζοντας έξω στο σκοτάδι, χαμογελούσα σαν έβλεπα το φως στο παράθυρο της κυρίας Μπάξτερ. Μία μέρα συνειδητοποίησα ότι δεν είχα δει την κυρία Μπάξτερ όλη μέρα. Πήγα προς το τροχόσπιτό της και χτυπώντας της την πόρτα ανακουφίστηκα όταν την είδα να μου ανοίγει. - "Δεν σας είδα σήμερα και είπα να δω αν είστε καλά", της εξήγησα. "Είμαι μιά χαρά", απάντησε δυνατά. - "Έλα πέρασε μέσα". Κάθισα σε ένα μπλέ ξεθωριασμένο καναπέ ενώ αυτή πηγαινοέρχονταν κάνοντας ψιλοκουβεντούλα μαζί μου. Ήταν ένα εκκεντρικό μίγμα αυτό της ηλικιωμένης και της νεανικότητας. Μέσα σε λίγα λεπτά έμαθα πως το αγαπημένο της πρόχειρο φαγητό ήταν ένα σάντουιτς με βούτυρο και σκόρδο, ο γιος της ζούσε στο Σαν Αντόνιο, και ότι ήταν χήρα πάρα πολλά χρόνια.

Οι τοίχοι του σαλονιού της ήταν γεμάτοι από φτηνά κάδρα με φωτογραφίες.

Σηκώθηκα να τις δω καλύτερα. Οι φωτογραφίες έλεγαν μια ιστορία. Ένα παχουλό μωράκι στην ακρογιαλιά, ένα αγοράκι που γιόρταζε τα γενέθλιά του και έλειπε το μπροστινό δοντάκι του, ένας λεπτός έφηβος με ένα καλάμι και πετονιά, ένας ενθουσιώδης ενήλικας ντυμένος με την μακριά μαύρη ρόμπα της χορωδίας, ένας υπερήφανος νέος την ημέρα της αποφοιτήσεώς του από το Πανεπιστήμιο. Συνεχώς δίπλα του υπήρχε μια ψηλή, λεπτή γυναίκα η κυρία Μπάξτερ.

- "Ναι! Αυτό είναι το αγόρι μου", είπε. Χαζέψαμε λίγο ακόμα κοιτάζοντας τις φωτογραφίες. Αναστενάζοντας είπε - "ναι, πολλές αναμνήσεις σε αυτόν τον τοίχο. Πόσο καιρό είσαι παντρεμένη;"

- "Σχεδόν έξι μήνες", και κοιτάζοντας το πάτωμα πρόσθεσα, "όμως ακόμα δεν έχουμε τακτοποιηθεί".

Η κυρία Μπάξτερ με προτεταμένο το αδύνατο κοκαλωμένο δάκτυλό της σχεδόν κάτω από την μύτη μου, μου είπε, "λοιπόν άκουσέ με καλά νεαρή μου κυρία, φτιάξε μερικές αναμνήσεις σήμερα!"

Κατάλαβα, ότι δεν μπορούσε να με καταλάβει. Δεν υπήρχε τρόπος με τον οποίο να της πω, να της εξηγήσω ότι όταν θα κοίταζα πίσω μου μετά από χρόνια, το ότι τώρα ζούσα σε ένα τροχόσπιτο, δεν θα ήταν μιά από τις καλύτερές μου αναμνήσεις. Την ευχαρίστησα για την φιλοξενία της και έφυγα.

Πίσω στο τροχόσπιτό μας, ατένισα τα σκούρα τοιχώματα που με περιέβαλαν.

- "Θεέ μου τι κάνω λάθος;" αναρωτήθηκα. Αισθάνθηκα τόσο άδεια όσο και οι τοίχοι, Αναρωτήθηκα εάν οι τοίχοι της κυρίας Μπάξτερ στο σαλόνι της υπήρξαν ποτέ τόσο άδειοι. Φτιάξε μερικές αναμνήσεις μου είχε πει. Θα μπορούσα ποτέ; Εδώ;

Νωρίς το άλλο πρωί βγήκα και αγόρασα ένα γαλόνι "βερικοκί σύννεφο" μπογιά. Πήρα βούρτσες και όλα τα σχετικά. Πρώτα έπλυνα τους τοίχους και αφού στέγνωσαν άρχισα να βάφω. Προς το απόγευμα δεν μπορούσα να πιστέψω στην διαφορά που έβλεπα. Εξουθενωμένη έπεσα μες την τριμμένη και βαθουλωμένη πολυθρόνα μου και θαύμαζα τα αποτελέσματα των κόπων μου. 

- "Μου αρέσει! Μου αρέσει πάρα πολύ!" του είπα. "Νομίζεις πως μπορούμε να πάρουμε καινούργιες κουρτίνες;"

- "Ίσως καταφέρουμε να χτίσουμε και την βεράντα που θέλουμε", είπε ο Αντώνης. Σιγά, σιγά το τροχόσπιτο μεταμορφώθηκε. Ο μπαμπάς μου μας βοήθησε για την βεράντα. Όταν τελείωσε η κυρία Μπάξτερ ήρθε να μας δει.

- "Τακτοποιούμαστε", της είπε χαρούμενα. Και αυτή με χτύπησε στοργικά στο γόνατο. Λίγους μήνες αργότερα μετά τα τριακοστά γενέθλιά μου, μία σπουδαία προσθήκη έγινε στο σπιτικό μας. Η μικρή κορούλα μας η Αννούλα! Της στήσαμε το παρκάκι της στο δωμάτιο με τους βερικοκί τοίχους και κανονίσαμε τις δαντελωτές κουρτίνες έτσι που να μην την ενοχλεί ο ήλιος όταν κοιμότανε. Αργότερα έμαθε να σκαρφαλώνει πάνω στην βουλιαγμένη πολυθρόνα μας. Διαβάζαμε βιβλία με παραμύθια κάτω από το κάποτε καχεκτικό δεντράκι μας, που τώρα έστεκε μεγαλοπρεπές ανεμίζοντας τα κλωνάρια του στον ουρανό του Τέξας.

Ζήσαμε στο τροχόσπιτο για επτά χρόνια, μέχρις ότου καταφέραμε να αγοράσουμε ένα σπίτι στα προάστεια. Παρ' όλη την χαρά και ανυπομονησία, κάθισα στα σκαλοπάτια της βεράντας μας, και έκλαψα. Ένα κομμάτι μου ήθελε να μείνει εκεί. Όταν τελικά σταμάτησα να από τον Θεό κάτι άλλο, βρήκα ομορφιά σε αυτό που μας είχε ήδη δώσει. Βρήκα ένα σπίτι -ένα πραγματικό σπίτι- με τον Αντώνη και το κοριτσάκι μας, ακριβώς εκεί, μέσα στο τροχόσπιτό μας.

Και ευγνωμονώντας την κυρία Μπάξτερ, φεύγοντας από εδώ, έχω κάτι να πάρω μαζί μου ασχέτως που θα πάμε να κατοικήσουμε. Αρκετές αναμνήσεις να γεμίσουμε εκατοντάδες τοίχους.

ΚΑΙΡΥ Σ. ΣΜΥΡΝΙΟΥ

"Γίνετε μέλος και στην σελίδα μας στο Facebook, πατώντας "ΕΔΩ"