Πρίν από δυο τρεις χειμώνες, στο Ογκολογικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου στο Ρίο επικρατούσε αναστάτωση. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήσει. Είχε δεν είχε μια ντουζίνα χρόνους στην ασθενική του πλάτη, αλλά τον τελευταίο απ` αυτούς δύσκολα θα τον υπέφερε κάποιος άλλος. Κι αυτό γιατί, 15 μήνες πρίν, του είχε διαγνωστεί η φοβερή αρρώστια. Κι από τότε ήταν συνέχεια εκεί, στην κλινική, με μικρές διακοπές για να πάει στο σπίτι στο Αίγιο, όπου οι γονείς του εργάζονταν. Ένας μικρός αλλά συνεχής πονοκέφαλος τον είχε οδηγήσει εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν "καλοήθη νεοπλασία", όπως ακριβώς το ανακοίνωσαν στον εμβρόντητο πατέρα του, δηλαδή καρκίνο του εγκεφάλου. Έναν καρκίνο που η "καλοήθειά" του ερμηνευόταν ως μερικοί μήνες ζωής ακόμη...
Ρώτησα κι έμαθα από την κυρία Νίκη, μια νοσηλεύτρια - παντογνώστρια, πως η καταγωγή των γονιών του είναι από το Φίερι της Αλβανίας, όμως ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Οι γονείς του αλλά και η πλειονότητα των μεγαλωμένων στην Αλβανία, όπου μέχρι πριν από σχεδόν 25 χρόνια το να θρησκεύει κανείς θεωρούνταν "μαχαιριά" στο μαλακό υπογάστριο των "λαϊκών προλεταριακών ιδεωδών", ήταν αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην περιοχή. Ο Δημητράκης, λίγο μετά την είσοδό του στο νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστεί. Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνει "παιδί" Του, όπως ο ίδιος συχνά έλεγε. Βαπτίστηκε εν τέλει έπειτα από κατήχηση από ένα ανδρόγυνο ηλικιωμένων δασκάλων που δεν είχε παιδιά.
Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ο καρκίνος, όμως, αμείλικτος, είχε προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση! Δεν έβλεπε τίποτα και κανέναν, τουλάχιστον με τα μάτια του σώματός του. Άκουγε, όμως, με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο.
Όσοι τον επισκέπτονταν, συμμαθητές του, δάσκαλοι, γείτονες αλλά και συγγενείς άλλων νοσηλευομένων, καταλάβαιναν ότι υπήρχε κάτι διαφορετικό σε αυτό το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό, ενώ ο λόγος του ήταν πάντα ευγενικός και η όλη συμπεριφορά του ανεξήγητα, για μας τους "περιλειπομένους, λέγοντες πιστούς είναι", χαρούμενη! Το πρόσωπό του έλαμπε. Ήθελε να κοινωνά συχνά τα Τίμια Δώρα. Κάποιες φορές, κι αυτό το βεβαίωναν πολλοί νοσηλευτές, φώναζε τη μητέρα του, όταν αυτή βρισκόταν σε κάποιο άλλο χώρο της κλινικής, λέγοντάς της: "Μητέρα, έλα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσεις". Και έτσι γινόταν. Ο ιερέας ερχόταν και έβρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεβάτι του, με ανοιχτό το στόμα, κάνοντας με ευλάβεια τον σταυρό του. Μια σύγχρονη Σαμαρείτισσα, που εθελοντικά φρόντιζε το παιδί όταν η μητέρα του κατ` ανάγκην έφευγε προσωρινά από κοντά του, η κυρία Μαρία Γ., διηγήθηκε όσα της έλεγε: "Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πω" της είπε μια μέρα. "Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες που ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή που γέρνουν προς τα Τίμια Δώρα και με ανοιχτά τα χέρια τους τα προστατεύουν".
Είχε αποκτήσει, όμως, κι άλλο χάρισμα ο Δημητράκης. Ο Θεός του έδωσε άφθονη γεύση παραδείσου, αμείβοντας την υπομονή του στα σωματικά του βάσανα. Έτσι, όταν κάποτε ένας από τους γιατρούς που τον φρόντιζε τον ρώτησε "Τι κάνεις, Δημητράκη, πως πάμε;", εκείνος χαμογελαστός του απάντησε: "Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πω από κοντά; Εγώ είμαι καλά. Εσείς μη στενοχωριέστε που έφυγε η γυναίκα σας". Ο γιατρός έμεινε άφωνος και αργότερα επιβεβαίωσε το γεγονός! Την τελευταία του μέρα και πάλι κοινώνησε. "Έφυγε" αμέσως μετά χαμογελώντας.
Από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου
