Προσευχές

[Προσευχές] [bsummary]

Αγιοι Πατερες - Διδασκαλιες

[Άγιοι Πατέρες - Διδασκαλίες] [twocolumns]

Ορθοδοξοι Προορισμοι

[Ορθόδοξοι Προορισμοί] [bleft]

Ψυχωφελη

[Ψυχωφελή] [twocolumns]

Ένας μοναχός στον βόρβορο της κόλασης.

"Την πήρα την απόφαση: Ότι κι αν γίνει, θα πάω στο Όρος!" είπε ο Βασίλης. Μα, εκείνη ούτε καν πρόσεχε! Συνέχισε την απασχόλησή της στον καθρέφτη, γιατί και πάλι απόψε θα 'βγαινε...

Αυτό συνέβαινε κάθε βράδυ. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, η μάνα του έφευγε. Την όμορφη νέα χήρα, βλέπεις, την προτιμούσαν για παρέα όλοι οι ελεύθεροι στην πόλη. Κι εκείνη, άλλωστε, δεν άντεχε πια με τη σκέψη τού εδώ και δύο χρόνια "φευγάτου" άντρα της.

Το άλλο πρωί, ο ήρεμος, αποφασισμένος πια, έφηβος άφησε ένα σημείωμα στη μητέρα του, που κοιμόταν, φορτώθηκε ένα σακίδιο και κατηφόρισε για τον σταθμό λεωφορείων με προορισμό του το Άγιον Όρος.

Έπειτα από χρόνια, ένας μεσήλικας ξερακιανός μοναχός μπήκε τελευταίος στην τράπεζα της μονής. Κάθησε στην άκρη του πάγκου, δίπλα στον αρχοντάρη, τον γέροντα Αντώνιο. Οι φιλοξενούμενοι τον κοίταξαν αρκετά περίεργα. Ο λόγος ήταν ότι το δεξί χέρι του ήταν μπανταρισμένο με γάζες. Οι επισκέπτες, σαν απόφαγαν, όλο περιέργεια πήραν να ρωτούν τον αρχοντάρη για τον μοναχό αυτόν: ποιος ήταν, αν ήταν ασκητής σε κάποια σκήτη, αν ήταν χαρισματικός και, κυρίως, τι είχε το χέρι του. "Τον πατέρα Βησσαρίωνα, παιδιά μου, τον γνώρισα πριν από περίπου 30 χρόνια" άρχισε να διηγείται ο αρχοντάρης. "Το κοσμικό όνομά του ήταν Βασίλης. Αφού περάσαμε κι οι δυο το δοκιμαστικό στάδιο και δεχθήκαμε την κουρά της αγγελικής ζωής, εκείνος πήρε ευχή και έζησε για λίγο υποτακτικός σ' έναν άγιο γέροντα, στα τρομερά "Καρούλια". Επέστρεψε έξι χρόνια αργότερα, μετά την κοίμηση του γέροντά του, αλλά με δεμένο το χέρι του! Κάποτε τον ρώτησα για αυτό και εκείνος μου είπε τη φοβερή του ιστορία. Όταν πήγε στην Έρημο του Όρους, πληροφορήθηκε πως η χήρα μητέρα του απεδήμησε εις Κύριον. Συνεχώς τη μνημόνευε, της έκανε μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές και δεήσεις για την ανάπαυσή της, μα βασανιστικά ερωτήματα τον απασχολούσαν. Σώθηκε η μητέρα του; Αν δεν σώθηκε, τι θα μπορούσε να κάνει; Με τέτοιους λογισμούς απευθύνθηκε στον γέροντά του για να τον ρωτήσει. Εκείνος του απάντησε ότι αυτό που ζητούσε να μάθει ήταν κάτι ίσως αδύνατον για τα ανθρώπινα μέτρα. Αλλά θα παρακαλούσαν τον Θεό, και οι δύο μαζί, να τους πει πού βρίσκεται η ψυχή της μητέρας του.

ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ
Έπειτα ο γέροντας έβγαλε τον Βησσαρίωνα έξω από την καλύβη τους και του είπε να μείνει εκεί, όρθιος, επτά ολόκληρες ημέρες, προσευχόμενος. Ο Βησσαρίων έμεινε εκεί, όρθιος, ακίνητος, διαρκώς ένδακρυς, ο προσευχόμενος να ελεήσει ο Θεός, φωτίζοντάς τον με την αποκάλυψη της κατάστασης της ψυχής εκείνης. Ο γέροντάς του έκανε ακριβώς το ίδιο μέσα στην καλύβη. Όταν έφθασε η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχτηκε ο νους του Βησσαρίωνα στον ουρανό και σε έκσταση είδε στα αριστερά του μια φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο ακαθαρσίας και δυσωδίας, που έβραζε". Είδε τις ανθρώπινες ψυχές που πότε βυθίζονταν και πότε ανέβαιναν ψηλά.

"Μέσα σ' αυτήν τη λίμνη, την "καιομένη του πυρός", είδε να ξεχωρίζουν ανθρώπινες ψυχές. Πότε βυθίζονταν και πότε ανέβαιναν ψηλά. Κάποτε, μέσα στις τόσες δύστυχες ψυχές, αναγνώρισε και τη μάνα του. Εκείνη, αναγνωρίζοντας τον γιο της, του φώναξε "Παιδί μου! Βοήθησέ με!" και ξαναβυθίστηκε. Έπειτα ξαναφάνηκε για να φωνάξει ξανά "Έλεος! Βοήθεια!". Πρίν βυθιστεί και πάλι στον βόρβορο, φώναξε στον γιο της: "Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!" Ήταν τόση η θλίψη του Βησσαρίωνα, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν βούτηξε το χέρι του μέσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και με δυσκολία την τράβηξε έξω! Έξω από τη λίμνη αυτήν, ο Βησσαρίων είδε κάτι σαν χρυσή κολυμβήθρα.

Από κάποιο σημείο της, δίπλα σε βράχο, έτρεχε γάργαρο νερό μέσα στην κολυμβήθρα, χωρίς όμως ποτέ να γεμίζει. Πήρε τότε τη μάνα του αγκαλιά στα δυο του χέρια και την έβαλε σ' αυτήν, όπου πλύθηκε, καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν χιόνι. Έπειτα κάποιοι λευκοντυμένοι νέοι, που δεν τους είχε προσέξει νωρίτερα, της έδωσαν λευκό φόρεμα. Εκείνη τυλίχτηκε μ' αυτό και έφυγε μαζί τους. Αμέσως μετά, ο Βησσαρίων επανήλθε στα γήινα. Το χέρι του, όμως, που βούτηξε στη φοβερή λίμνη του πυρός, μέχρι τον αγκώνα, ήταν καμένο και μύριζε απαίσια. Ο γέροντας του τόνισε πως το "σημείον"εκείνο ήταν η απόδειξη για το πόση δύναμη έχουν Θεία Λειτουργία, μνημόσυνα, τρισάγια, προσευχές με κομποσκοίνι και ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Έπειτα ο άγιος γέρων ασκητής έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και του είπε: "Τύλιξε το χέρι σου μ' αυτό. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και σε όσους αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας". Εγώ, όταν μου τα έλεγε αυτά ο αδελφός μου, είχα λογισμούς δυσπιστίας. Εκείνος με κατάλαβε και τράβηξε λίγο τη μια άκρη του ράσου. "Παιδιά μου!" έκανε, κοιτώντας κατάματα τους ακροατές του ο αρχοντάρης, "δεν άντεξα τη "μυρωδιά" εκείνη κι έφυγα μακριά. Το ράσο του, όμως, ήταν αγιασμένο και ευωδίαζε!".

ΥΓ.: Στηρίζεται σε αληθινό γεγονός (Θεοδώρητος, 6ος αι. μ.Χ.)

Απο τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΑΘ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Πηγή: Ορθόδοξη Αλήθεια

"Γίνετε μέλος και στην σελίδα μας στο Facebook, πατώντας "ΕΔΩ"