Αντίφωνον Δ'.
«Σήμερον ο Ιούδας καταλιμπάνει τον Διδάσκαλον και παραλαμβάνει τον διάβολον· τυφλούται τω πάθει της φιλαργυρίας, εκπίπτει του φωτός ο εσκοτισμένος∙ πως γαρ ηδύνατο βλέπειν ο τον φωστήρα πωλήσας τριάκοντα αργυρίων; αλλ᾽ ημίν ανέτειλεν ο παθών υπέρ του κόσμου∙ προς ον βοήσωμεν∙ Ο παθών και συμπαθών ανθρώποις, δόξα σοι».
Σήμερα ο Ιούδας εγκαταλείπει το Διδάσκαλο και παίρνει σαν φίλο το διάβολο· τυφλώνεται (η ψυχή του) από το πάθος της φιλαργυρίας, ξεπέφτει από το φως ο σκοτισμένος νούς του· διότι, πως μπορούσε να βλέπει (ο οφθαλμός της ψυχής του) αυτός, που πούλησε τον Ήλιο (το Χριστό) αντί τριάκοντα αργυρίων; Γιά μας όμως ανέτειλε αυτός που έπαθε υπέρ του κόσμου, προς τον οποίο ας φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ανήκει σ᾽ εσένα, Κύριε, που έπαθες και τρέφεις συμπάθεια στους ανθρώπους.
Η αμαρτία είναι το σκοτάδι της ψυχής. Το πάθος, ως στίγμα της αμαρτίας, τυφλώνει τα πνευματικά αισθήματα των ανθρώπων, ώστε να μη διακρίνει τα πράγματα, να μη βλέπει την αλήθεια και ο,τι πραγματικά τον συμφέρει και να φέρεται αλόγιστα προς την καταστροφή. Είναι πήρωση του πνεύματος, νόσος προς θάνατο. Την κατάσταση αυτή στην πιο ωμή της έκφραση, τη βλέπουμε στην περίπτωση του Ιούδα. Εγκατέλειψε τον Διδάσκαλο, που με τόση στοργή τον δέχτηκε στον όμιλο των μαθητών, και προσχώρησε στο διάβολο, τον εφευρέτη της κακίας. Τυφλωμένος από την φιλαργυρία, την ανίερη αγάπη προς το χρήμα, αποκόπηκε από το φως, παρέμεινε σκοτισμένος. Αλήθεια, πως μπορούσε να βλέπει αυτός, που μίσησε το φως και το πούλησε βάναυσα για τριάντα ευτελή αργύρια; Ναί, ο Ιούδας με τη φιλαργυρία του νέκρωσε τα πνευματικά του αισθητήρια, ντυμένος την απελπισία του θανάτου. Σε μας όμως, ανέτειλε το σωτήριο φως του Χριστού, που μας συμπαθεί για την κατάντια μας και έπαθε για την σωτηρία μας. Σ᾽ αυτόν ανήκει η δόξα!
«Την φιλαδελφίαν κτησώμεθα, ως εν Χριστώ αδελφοί, και μη το ασυμπαθές προς τους πλησίον ημών, ίνα μη ως ο δούλος κατακριθώμεν ο ανελεήμων διά τα δηνάρια, και ως ο Ιούδας μεταμεληθέντες μηδέν ωφελήσωμεν».
Ας αποκτήσουμε, εν Χριστώ αδελφοί, τη φιλαδελφία και όχι την ασπλαχνία προς τους πλησίον μας, για να μην κατακριθούμε, όπως ο δούλος (της παραβολής) για τα δηνάρια· και αφού μεταμεληθούμε, όπως ο Ιούδας, σε τίποτα να ωφεληθούμε.
Η περίπτωση του κακού δούλου της παραβολής, ο οποίος για ένα μηδαμινό ποσό (εκατό δηναρίων) κακοποίησε το σύνδουλό του, πάει χέρι χέρι με την περίπτωση του Ιούδα. Καί στις δύο περιπτώσεις στο παρασκήνιο είναι ο έρωτας των χρημάτων. Καί στις δύο περιπτώσεις η ίδια εκδήλωση σκληρότητας και απανθρωπιάς. Στην παραβολή ο δούλος πνίγει το σύνδουλο για λίγα χρήματα, τον ρίχνει στη φυλακή και βάναυσα τον κακοποιεί. Ο Ιούδας για λίγα αργύρια παραδίδει στο θάνατο το Διδάσκαλό του και φτύνει άνανδρα στον κύκλο των μαθητών.
Η απανθρωπιά είναι όρμημα του διαβόλου, του ανθρωποκτόνου. Αυτήν πρέπει ν᾽ αποσείσουμε από τις ψυχές μας, για να μην παραδοθούμε στη φυλακή και τον αιώνιο πνευματικό θάνατο, από τον οποίο και ενδεχόμενη μεταμέλειά μας περί το τέλος, σε τίποτα δε θα μας ωφελήσει, όπως δεν ωφέλησε και τον Ιούδα. Η μεταμέλεια του προδότη δεν ήταν αληθινή. Δεν μετάνιωσε ειλικρινά για το κακούργημά του. Φρικίασε απλώς για το πελώριο έγκλημά του, η τύψη έσχισε τη μαύρη ψυχή του, την οποία κυρίευσε η απελπισία. Ο ίδιος σκότωσε τον εαυτό του, ως η φυσική κατάληξη μιάς ζωής πατημένης στο πάθος και την παρανομία. Αν πραγματικά μετανοούσε, ο Χριστός θα τον δεχόταν, όπως δέχτηκε τη μετάνοια του Πέτρου.
«Σήμερον ο Ιούδας καταλιμπάνει τον Διδάσκαλον και παραλαμβάνει τον διάβολον· τυφλούται τω πάθει της φιλαργυρίας, εκπίπτει του φωτός ο εσκοτισμένος∙ πως γαρ ηδύνατο βλέπειν ο τον φωστήρα πωλήσας τριάκοντα αργυρίων; αλλ᾽ ημίν ανέτειλεν ο παθών υπέρ του κόσμου∙ προς ον βοήσωμεν∙ Ο παθών και συμπαθών ανθρώποις, δόξα σοι».
Σήμερα ο Ιούδας εγκαταλείπει το Διδάσκαλο και παίρνει σαν φίλο το διάβολο· τυφλώνεται (η ψυχή του) από το πάθος της φιλαργυρίας, ξεπέφτει από το φως ο σκοτισμένος νούς του· διότι, πως μπορούσε να βλέπει (ο οφθαλμός της ψυχής του) αυτός, που πούλησε τον Ήλιο (το Χριστό) αντί τριάκοντα αργυρίων; Γιά μας όμως ανέτειλε αυτός που έπαθε υπέρ του κόσμου, προς τον οποίο ας φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ανήκει σ᾽ εσένα, Κύριε, που έπαθες και τρέφεις συμπάθεια στους ανθρώπους.Η αμαρτία είναι το σκοτάδι της ψυχής. Το πάθος, ως στίγμα της αμαρτίας, τυφλώνει τα πνευματικά αισθήματα των ανθρώπων, ώστε να μη διακρίνει τα πράγματα, να μη βλέπει την αλήθεια και ο,τι πραγματικά τον συμφέρει και να φέρεται αλόγιστα προς την καταστροφή. Είναι πήρωση του πνεύματος, νόσος προς θάνατο. Την κατάσταση αυτή στην πιο ωμή της έκφραση, τη βλέπουμε στην περίπτωση του Ιούδα. Εγκατέλειψε τον Διδάσκαλο, που με τόση στοργή τον δέχτηκε στον όμιλο των μαθητών, και προσχώρησε στο διάβολο, τον εφευρέτη της κακίας. Τυφλωμένος από την φιλαργυρία, την ανίερη αγάπη προς το χρήμα, αποκόπηκε από το φως, παρέμεινε σκοτισμένος. Αλήθεια, πως μπορούσε να βλέπει αυτός, που μίσησε το φως και το πούλησε βάναυσα για τριάντα ευτελή αργύρια; Ναί, ο Ιούδας με τη φιλαργυρία του νέκρωσε τα πνευματικά του αισθητήρια, ντυμένος την απελπισία του θανάτου. Σε μας όμως, ανέτειλε το σωτήριο φως του Χριστού, που μας συμπαθεί για την κατάντια μας και έπαθε για την σωτηρία μας. Σ᾽ αυτόν ανήκει η δόξα!
«Την φιλαδελφίαν κτησώμεθα, ως εν Χριστώ αδελφοί, και μη το ασυμπαθές προς τους πλησίον ημών, ίνα μη ως ο δούλος κατακριθώμεν ο ανελεήμων διά τα δηνάρια, και ως ο Ιούδας μεταμεληθέντες μηδέν ωφελήσωμεν».
Ας αποκτήσουμε, εν Χριστώ αδελφοί, τη φιλαδελφία και όχι την ασπλαχνία προς τους πλησίον μας, για να μην κατακριθούμε, όπως ο δούλος (της παραβολής) για τα δηνάρια· και αφού μεταμεληθούμε, όπως ο Ιούδας, σε τίποτα να ωφεληθούμε.
Η περίπτωση του κακού δούλου της παραβολής, ο οποίος για ένα μηδαμινό ποσό (εκατό δηναρίων) κακοποίησε το σύνδουλό του, πάει χέρι χέρι με την περίπτωση του Ιούδα. Καί στις δύο περιπτώσεις στο παρασκήνιο είναι ο έρωτας των χρημάτων. Καί στις δύο περιπτώσεις η ίδια εκδήλωση σκληρότητας και απανθρωπιάς. Στην παραβολή ο δούλος πνίγει το σύνδουλο για λίγα χρήματα, τον ρίχνει στη φυλακή και βάναυσα τον κακοποιεί. Ο Ιούδας για λίγα αργύρια παραδίδει στο θάνατο το Διδάσκαλό του και φτύνει άνανδρα στον κύκλο των μαθητών.
Η απανθρωπιά είναι όρμημα του διαβόλου, του ανθρωποκτόνου. Αυτήν πρέπει ν᾽ αποσείσουμε από τις ψυχές μας, για να μην παραδοθούμε στη φυλακή και τον αιώνιο πνευματικό θάνατο, από τον οποίο και ενδεχόμενη μεταμέλειά μας περί το τέλος, σε τίποτα δε θα μας ωφελήσει, όπως δεν ωφέλησε και τον Ιούδα. Η μεταμέλεια του προδότη δεν ήταν αληθινή. Δεν μετάνιωσε ειλικρινά για το κακούργημά του. Φρικίασε απλώς για το πελώριο έγκλημά του, η τύψη έσχισε τη μαύρη ψυχή του, την οποία κυρίευσε η απελπισία. Ο ίδιος σκότωσε τον εαυτό του, ως η φυσική κατάληξη μιάς ζωής πατημένης στο πάθος και την παρανομία. Αν πραγματικά μετανοούσε, ο Χριστός θα τον δεχόταν, όπως δέχτηκε τη μετάνοια του Πέτρου.
