Kατά την Αγίαν και Μεγάλην Πέμπτη παρελάβομεν παρά των ιερών Ευαγγελίων να εορτάζομεν τέσσερα γεγονότα: Τον ιερόν νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των φρικτών Μυστηρίων της Θείας Ευχαριστίας), την υπερφυά προσευχήν και την προδοσίαν αυτήν. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει το γεγονός της «νίψεως των ποδών» των μαθητών από τον Κύριο Ιησού Χριστό (Ιωάν. ιγ' 5-17), το οποίο και ενσωματώνει εις την διήγησιν του Πασχαλίου (Μυστικού) Δείπνου.
Διά να κατανοήσουμε εις βάθος την ενέργεια του Κυρίου αυτή θα πρέπει να γνωρίσουμε την Ιουδαική παράδοσι και συνήθεια. Ο πασχάλιος δείπνος ήτο τελετουργικός δείπνος. Ο Μωσαικός Νόμος προέβλεπε άπαντα τα της τελέσεώς του, τον αριθμό των συμμετεχόντων, τα εσθιόμενα και τα λοιπά θέματα της εορτής του Ιουδαικού Πάσχα. Οι Ιουδαίοι έτρωγον τον επίσημον αυτόν δείπνον ανακεκλιμένοι, εξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα. Επειδή δε εφορούσαν σανδάλια, η οικοδέσποινα έπρεπε να πλύνει τα σκονισμένα από την οδοιπορία γυμνά πόδια των φιλοξενουμένων, προκειμένου να ανακλιθούν καθαροί και ξεκούραστοι εις τον δείπνον (βλ. Λουκά ζ' 44). Το έργο αυτό εις άλλες περιπτώσεις ανήκε εις τους υπηρέτες και τους δούλους. Εις την περίπτωσιν όμως του πασχαλίου δείπνου του Κυρίου και των μαθητών Του η πράξις αυτή του Κυρίου έχει βαθυτάτη σημασία, την οποίαν εξάλλου δεν αποσιωπά ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
1. Η καθαρότης της ψυχής.
Οι ερμηνευτές, αρχαίοι και νεώτεροι διατυπώνουν την άποψι, ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προβάλλει μια καθολικότερη «θεολογία περί των Μυστηρίων». Ιδιαιτέρως θέλει να τονίσει τη στενή και αδιάρρηκτη σχέσι των δύο Μυστηρίων, του Βαπτίσματος και της θείας Ευχαριστίας, διά των οποίων και πραγματοποιείται η ενσωμάτωσι του ανθρώπου εις το «Σώμα του Χριστού», εις την Εκκλησίαν. Όπως διά να συμμετάσχει και να συνανακλιθεί κάποιος εις τον Ιουδαικόν πασχάλιον δείπνον έπρεπε να είναι «λελουμένος» έτσι και διά να συμμετάσχει κάποιος εις τον δείπνον της Βασιλείας του Θεού θα πρέπει να είναι βαπτισμένος, άλλως είναι ανωφελής η συνεστίασις. Όπως δε ο ήδη «λελουμένος» Ιουδαίος έπρεπε να έχει καθαρούς τους πόδας του διά να ανακλιθεί μετά των συνδαιτυμόνων κατά τον λόγον του Κυρίου «ο λελουμένος ουκ έχει χρείαν ει μη τους πόδας νίψασθαι» (Ιωάν. ιγ' 10), ούτως και ο Χριστιανός πριν μετάσχει του θείου δείπνου οφείλει να καθαρισθεί εις το Μυστήριον της ιεράς Εξομολογήσεως. Μάλιστα δε ο Κύριος υπήρξε κατηγορηματικός εις το θέμα αυτό, ώστε να μην επιτρέψει αντιρρήσεις και παρανοήσεις. Ο Πέτρος αντιστάθηκε εις τον Χριστόν, όταν Εκείνος επήγε να του πλύνει τους πόδας. Ο δε Χριστός του είπε αυστηρά: «Εάν μη νίψω σε, ουκ έχεις μέρος μετ᾽ εμού» (Ιωάν. ιγ' 8). Με απλά λόγια του είπε: «Κοντά μου δεν σε θέλω άπλυτο». Την ανάγκη της καθαρότητος της ψυχής του ανθρώπου διά να κοινωνήσει του Αγίου Σώματος και Αίματος του Χριστού ετόνισε και άλλοτε ο Κύριος με την γνωστή παραβολή των κεκλημένων εις τους γάμους του υιού του βασιλέως (Ματθ. κβ' 1-14).
Το συμπέρασμα εξ όλων τούτων είναι ότι κατά την διδασκαλίαν και την πράξιν του Κυρίου, όποιος θέλει να κοινωνήσει και να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού θα πρέπει να είναι βαπτισμένος και καθαρός, άλλως «ο εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α' Κορινθ. ια' 29). Δεν πρέπει δε να μας φαίνεται παράξενο και ιδιότροπο αυτό. Όπως εμείς αποστρεφόμαστε τους ακαθάρτους και δυσώδεις κατά το σώμα, έτσι και ο Θεός αποστρέφεται τους πονηρούς και εμπαθείς. Βεβαίως ο Θεός καταδέχεται όλους, εφ᾽ όσον όμως προηγουμένως πλυθούν και καθαρισθούν.
2. Πρότυπο αυταπάρνησης.
Η Εκκλησία εις την πράξιν αυτήν του Κυρίου είδεν την άκραν ταπείνωσιν του Θεού. Σημειώνομεν, ότι οι ιεροί συγγραφείς δεν θεωρούν τον Σταυρόν και τον θάνατον του Κυρίου ταπείνωσίν Του, αλλά δόξαν Του. Ο Ιωάννης π.χ. λέγει, ότι ο Ιησούς εδοξάσθη διά του Σταυρού (Ιωάν. ζ' 39). Ο Απόστολος Παύλος ομιλών περί του σταυρικού θανάτου του Χριστού χαρακτηρίζει τούτον «Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α' Κορινθ. α' 24).
Όταν κάποτε οι μαθητές Του είχαν ζητήσει πρωτοκαθεδρίες, τιμές, αξιώματα και διακριτική μεταχείρισι, τους είχε ομιλήσει τότε διά την αρετήν της ταπεινώσεως και της διακονίας ως βασικών γνωρισμάτων των ιδικών Του ανθρώπων. Εις την ερώτησην: «Τις γαρ εστίν μείζων, ο ανακείμενος ή ο διακονών;» ο Χριστός δίδει την απάντησιν, ότι διά την λογικήν του Θεού μείζων είναι ο διακονών, ο υπηρέτης κι όχι ο ανακείμενος. (Λουκά κβ' 24-30). Έκπληκτοι οι Μαθητές άκουσαν από τον Διδάσκαλό τους σε μια ώρα που η ατμόσφαιρα ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και ξεχείλιζε από προφητική έμπνευσι ότι: «Οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτων· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ᾽ ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ. ι' 42-45).
Μ᾽ όσα έπραξε ο Κύριος μας εδίδαξε ότι έχομεν καθήκον να προσφέρουμε καθημερινές διακονίες, υπηρεσίες και να ταπεινούμεθα προς τους γύρω μας συνανθρώπους. Κι όχι μόνο προς τους φίλους και τους οικείους, αλλά και προς τους αντιθέτους και τους εχθρούς, όπως τονίζει ο Ιησούς: Ματθ. ε' 44, και Λουκ. στ' 27 και εξής. Ο Χριστός είναι πρότυπον αυταπαρνήσεως και ταπεινώσεως. Η δε ταπείνωσις κατά την θεολογίαν του Αποστόλου Παύλου χαρίζει ισοθεΐαν (Φιλιπ. β' 5-11). Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς εις τον λόγον του εις την γέννησιν του Χριστού διδάσκει ότι η συγκατάβασις αύτη του Θεού Λόγου δεν προεξένησεν εις Αυτόν κάποια ύφεσιν ή ελάττωσιν, αλλά μάλιστα, προσθήκην δόξης και ύψους μείζονος.
3. Η περίπτωση του Ιούδα.
Εις το περιστατικόν αυτό «της νίψεως των ποδών» των μαθητών από τον Ιησού Χριστό ανακαλύπτουμε και μια τρίτη σημασία. Είναι η περίπτωσις του Ιούδα. Καθώς ο Ιησούς «ένιψε τους πόδας» των άλλων μαθητών, ασφαλώς, θα «ένιψε και τους πόδας» του Ιούδα (Ιωάν. ιγ' 12) ως πράξιν υπερτάτης ταπεινώσεως και συγχωρήσεως, αφού εγνώριζε από πριν ποιός θα είναι ο μελλοντικός προδότης Του (Ιωάν. στ' 64, 70 και εξής). Αυτό δε είχε το νόημα μιάς τελευταίας προσπαθείας διά να σώσει τον παραπαίοντα μαθητήν Του. Αλλά ο Ιούδας παρά την «νίψιν των ποδών»προετίμησε να μείνει εσωτερικώς «ακάθαρτος» και δι᾽ αυτό αν κι έγινε «συνέστιος» και «ομοτράπεζος» του Πασχαλίου Δείπνου δεν ωφελήθη διότι ήτο «πονηρός» και«αξιοκατάκριτος». Έμεινε ο ίδιος μια τραγική εξαίρεσι, μεταξύ των καθαρών ο «ακάθαρτος» και μεταξύ των φίλων ο «προδότης».
Αυτά δηλώνουν περί του Ιούδα οι λόγοι του Χριστού:«Υμείς καθαροί εστε, αλλ᾽ ουχί πάντες· ήδει γαρ τον παραδιδόντα αυτόν· διά τούτο είπεν· ουχί πάντες καθαροί εστε» (Ιωάν. ιγ' 10-11). Εις την ποιμαντικήν διάστασίν των όλα αυτά σημαίνουν, ότι πολλοί μετέχουν εις τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δέχονται τα ίδια «στοιχεία», αλλά δεν σώζονται όλοι.
Καί τούτο, επειδή δεν εκκεντρίζονται εις το Σώμα του Χριστού και δεν δέχονται το παράδειγμά Του εις την ζωή των· «και υμείς οφείλετε αλλήλων νίπτειν πόδας. Υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν, ίνα καθώς εγώ εποίησα υμίν και υμείς ποιήτε. Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ουκ έστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού, ουδέ απόστολος μείζων του πέμψαντος αυτόν. Ει ταύτα οίδατε, μακάριοί εστε εάν ποιήτε αυτά» (Ιωάν. ιγ' 14-17).
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού
κ. ΔΑΝΙΗΛ

