Βίος του Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ (1ο μέρος)
Γέννηση - ανατροφή:
Ο Γέροντας γεννήθηκε στην Μόσχα της Τσαρικής Ρωσίας από ορθόδοξους γονείς το 1896, στις 22 Σεπτεμβρίου, 04:00 η ώρα το πρωί. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα εννέα αδέλφια. Πέθανε όμως τελευταίος απ’ όλα τ’ αδέλφια του. Βαφτίστηκε στην εκκλησία του Σωτήρα και πήρε το όνομα Σέργιος, ονομαζόταν Σέργιος Σιμόνοβιτς Σαχάρωφ. Από την παιδική του ηλικία έδειχνε μια σπάνια ικανότητα στην προσευχή. Σαν νέος μάλιστα μπορούσε να απαντά σε θέματα θεολογικά από αιώνων ζητούμενα. Έτσι από νωρίς είχε καταληφθεί από επείγουσα επιθυμία να εισχωρήσει στην καρδιά της θείας αιωνιότητας.
Νεανικές περιπλανήσεις:
Μπαίνει ως μαθητής στη Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και επιδόθηκε στη ζωγραφική. Την ίδια περίοδο απέκτησε ενδιαφέρον για τον Βουδισμό και γενικότερα για την Ινδική Φιλοσοφία. Αυτή η παιδεία άλλαξε την πορεία της εσωτερικής του ζωής. Ο ανατολικός μυστικισμός του φαινόταν τώρα βαθύτερος του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η σύλληψη του Υπερ-προσωπικού Απολύτου του παρουσιαζόταν πιο πειστική παρά του προσωπικού Θεού. Σαν νέος έζησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1918. Τα γεγονότα αυτά τον οδήγησαν στην ιδέα ότι η αιτία που οδηγεί στα δεινά είναι η ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή. Γι’ αυτό προσπάθησε να απογυμνωθεί απ’ όλα τα ορατά ή πνευματικά είδωλα. Στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου της Μόσχας βασανιζόταν καθημερινά να λύσει τα μυστήρια της ζωής…
Σε κάποια φάση άρχισε να ασχολείται με την γιόγκα, αλλά ως φορέας μέρους της Ρωσορθόδοξης παράδοσης δεν έχασε την αγάπη του για την ωραιότητα της φύσης. Επί πλέον σαν καλλιτέχνης είχε μεγάλα προβλήματα για να εργασθεί στη μετεπαναστατική Ρωσία. Γι’ αυτό άρχισε να επιζητεί την μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη.
Στην Γαλλία:
Το 1921 (25 ετών) φτάνει στη Γαλλία, το Ευρωπαϊκό κέντρο των ζωγράφων. Ταξίδεψε και έφτασε πρώτα στην Ιταλία, όπου θαύμασε τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ύστερα και από μια σύντομη παραμονή στο Βερολίνο της Γερμανίας έφτασε στο Παρίσι, την λεγόμενη πόλη του φωτός.
Δόθηκε με την ψυχή και το σώμα στη Ζωγραφική. Τα έργα του έγιναν δεκτά στα καλλιτεχνικά σαλόνια και πήρε μέρος σε Εκθέσεις με μεγάλη επιτυχία. Εξέθεσε έργα του στο Salon d’ Automne και στο Salon des Tuileries. Όμως η καθαρή διανόηση δεν του γέμιζε την ψυχή. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε την εντολή του Ιησού για την αγάπη προς το Θεό «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας». Έτσι αν η ενασχόληση με τον ανατολίτικο μυστικισμό, του ήταν σαν κεραυνός στο σκοτάδι, η τωρινή αποκάλυψη ήταν φωτεινή σαν λάμψη!
Διανόηση χωρίς αγάπη δεν είναι αρκετή. Έτσι το 1925 (29 ετών) ο Χριστός επικράτησε μέσα του. H προσευχή για τον προσωπικό Θεό ήταν φυλαγμένη στην καρδιά του και απευθυνόταν πρώτα και κύρια στο Χριστό.
Ο ίδιος διηγείται: «Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν εύρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου… Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».
Εισάγεται στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Παρισιού, με την ελπίδα να μάθει πώς να προσεύχεται και πώς να καταπολεμήσει τα πάθη του! Ένα χρόνο οι σπουδές δεν του έδωσαν το κλειδί για τη Βασιλεία των Ουρανών. Αποφασίζει λοιπόν να γίνει μοναχός.
Στο Άγιο Όρος:
Ο νεαρός αλλά έμπειρος στις αναζητήσεις του σπουδαστής φτάνει το 1925 στην Αθήνα και με καράβι από τον Πειραιά εγκαταβιώνει στο Ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στα Δυτικά παράλια του Άθωνα. Στην ψυχή του αισθανόταν ένα αίσθημα απελπισίας για τον κόσμο που απομακρύνθηκε απ’ τον Θεό, αλλά και ένα αίσθημα αναστάσεως. Έτσι η προσευχή του έγινε ένδυμα και αναπνοή. Μετά από τέσσερα χρόνια γνωρίζει το σημαντικότερο πρόσωπο της ζωής του στη Γη, τον Άγιο Ρώσο γέροντα Σιλουανό, τον Αθωνίτη. Ο γέροντας γίνεται πνευματικός του οδηγός. Ο ίδιος όμως δεν τολμούσε να ονειρευτεί ένα τέτοιο θαύμα!
Επί οκτώ χρόνια περίπου κάθισε κοντά στον γέροντα (μέχρι τον θάνατό του, 24-9-1938). Ο Σωφρόνιος έγινε επιστήθιος αλλά και πιστός μαθητής του για πάντα… Ορφανός από τον πνευματικό του, και με ευλογία του ηγουμένου της Ι. Μ. και του Συμβουλίου της αναχωρεί για την «έρημο» του Αγίου Όρους, τα γνωστά Καρούλια. Εκεί από φήμες έμαθε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Η προσευχή του τότε ενισχύθηκε χάριν όλης της ανθρωπότητας. Προσευχόταν για τους σκοτωμένους, για τους φονιάδες, για να μην νικήσει το κακό…
Η απομόνωσή του πήρε τέλος όταν «υποχρεώθηκε» κατά κάποιο τρόπο να γίνει εξομολόγος και πνευματικός πατέρας των αδελφών της Ι. Μονής του Αγίου Παύλου, Οσίου Γρηγορίου, Οσίου Σίμωνος Πέτρας, Οσίου Ξενοφώντος, αλλά και άλλων κελιών και σκητών, στα Νοτιοδυτικά παράλια του Άθωνα. Είχε βέβαια από καιρό αρχίσει να δέχεται αναχωρητές και ερημίτες όπως και να κάνει σ’ αυτούς επισκέψεις. Ήταν μια δύσκολη και άκρως επικίνδυνη αποστολή.
Μετά από τέσσερα χρόνια στους βράχους υπάκουσε στην Μονή του Αγ. Παύλου να ζήσει σ’ ένα σπήλαιο κοντά στο μοναστήρι. Το σπήλαιο ήταν στην απομόνωση, αλλά είχε και παρεκκλήσιο για τους σπηλαιώτες, λαξευμένο σε βράχο. Το χειμώνα το νερό έφτανε μέχρι το κρεβάτι και ούτε φωτιά μπορούσε να ανάψει! Η επισφαλής υγεία του τον ανάγκασε να το εγκαταλείψει τον τρίτο χειμώνα…
Ο Γέροντας γεννήθηκε στην Μόσχα της Τσαρικής Ρωσίας από ορθόδοξους γονείς το 1896, στις 22 Σεπτεμβρίου, 04:00 η ώρα το πρωί. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα εννέα αδέλφια. Πέθανε όμως τελευταίος απ’ όλα τ’ αδέλφια του. Βαφτίστηκε στην εκκλησία του Σωτήρα και πήρε το όνομα Σέργιος, ονομαζόταν Σέργιος Σιμόνοβιτς Σαχάρωφ. Από την παιδική του ηλικία έδειχνε μια σπάνια ικανότητα στην προσευχή. Σαν νέος μάλιστα μπορούσε να απαντά σε θέματα θεολογικά από αιώνων ζητούμενα. Έτσι από νωρίς είχε καταληφθεί από επείγουσα επιθυμία να εισχωρήσει στην καρδιά της θείας αιωνιότητας.
Νεανικές περιπλανήσεις:
Μπαίνει ως μαθητής στη Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και επιδόθηκε στη ζωγραφική. Την ίδια περίοδο απέκτησε ενδιαφέρον για τον Βουδισμό και γενικότερα για την Ινδική Φιλοσοφία. Αυτή η παιδεία άλλαξε την πορεία της εσωτερικής του ζωής. Ο ανατολικός μυστικισμός του φαινόταν τώρα βαθύτερος του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η σύλληψη του Υπερ-προσωπικού Απολύτου του παρουσιαζόταν πιο πειστική παρά του προσωπικού Θεού. Σαν νέος έζησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1918. Τα γεγονότα αυτά τον οδήγησαν στην ιδέα ότι η αιτία που οδηγεί στα δεινά είναι η ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή. Γι’ αυτό προσπάθησε να απογυμνωθεί απ’ όλα τα ορατά ή πνευματικά είδωλα. Στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου της Μόσχας βασανιζόταν καθημερινά να λύσει τα μυστήρια της ζωής…
Σε κάποια φάση άρχισε να ασχολείται με την γιόγκα, αλλά ως φορέας μέρους της Ρωσορθόδοξης παράδοσης δεν έχασε την αγάπη του για την ωραιότητα της φύσης. Επί πλέον σαν καλλιτέχνης είχε μεγάλα προβλήματα για να εργασθεί στη μετεπαναστατική Ρωσία. Γι’ αυτό άρχισε να επιζητεί την μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη.
Στην Γαλλία:
Το 1921 (25 ετών) φτάνει στη Γαλλία, το Ευρωπαϊκό κέντρο των ζωγράφων. Ταξίδεψε και έφτασε πρώτα στην Ιταλία, όπου θαύμασε τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ύστερα και από μια σύντομη παραμονή στο Βερολίνο της Γερμανίας έφτασε στο Παρίσι, την λεγόμενη πόλη του φωτός.
Δόθηκε με την ψυχή και το σώμα στη Ζωγραφική. Τα έργα του έγιναν δεκτά στα καλλιτεχνικά σαλόνια και πήρε μέρος σε Εκθέσεις με μεγάλη επιτυχία. Εξέθεσε έργα του στο Salon d’ Automne και στο Salon des Tuileries. Όμως η καθαρή διανόηση δεν του γέμιζε την ψυχή. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε την εντολή του Ιησού για την αγάπη προς το Θεό «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας». Έτσι αν η ενασχόληση με τον ανατολίτικο μυστικισμό, του ήταν σαν κεραυνός στο σκοτάδι, η τωρινή αποκάλυψη ήταν φωτεινή σαν λάμψη!
Διανόηση χωρίς αγάπη δεν είναι αρκετή. Έτσι το 1925 (29 ετών) ο Χριστός επικράτησε μέσα του. H προσευχή για τον προσωπικό Θεό ήταν φυλαγμένη στην καρδιά του και απευθυνόταν πρώτα και κύρια στο Χριστό.
Ο ίδιος διηγείται: «Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν εύρισκα λύση. Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου… Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».
Εισάγεται στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Παρισιού, με την ελπίδα να μάθει πώς να προσεύχεται και πώς να καταπολεμήσει τα πάθη του! Ένα χρόνο οι σπουδές δεν του έδωσαν το κλειδί για τη Βασιλεία των Ουρανών. Αποφασίζει λοιπόν να γίνει μοναχός.
Στο Άγιο Όρος:
Ο νεαρός αλλά έμπειρος στις αναζητήσεις του σπουδαστής φτάνει το 1925 στην Αθήνα και με καράβι από τον Πειραιά εγκαταβιώνει στο Ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στα Δυτικά παράλια του Άθωνα. Στην ψυχή του αισθανόταν ένα αίσθημα απελπισίας για τον κόσμο που απομακρύνθηκε απ’ τον Θεό, αλλά και ένα αίσθημα αναστάσεως. Έτσι η προσευχή του έγινε ένδυμα και αναπνοή. Μετά από τέσσερα χρόνια γνωρίζει το σημαντικότερο πρόσωπο της ζωής του στη Γη, τον Άγιο Ρώσο γέροντα Σιλουανό, τον Αθωνίτη. Ο γέροντας γίνεται πνευματικός του οδηγός. Ο ίδιος όμως δεν τολμούσε να ονειρευτεί ένα τέτοιο θαύμα!
Επί οκτώ χρόνια περίπου κάθισε κοντά στον γέροντα (μέχρι τον θάνατό του, 24-9-1938). Ο Σωφρόνιος έγινε επιστήθιος αλλά και πιστός μαθητής του για πάντα… Ορφανός από τον πνευματικό του, και με ευλογία του ηγουμένου της Ι. Μ. και του Συμβουλίου της αναχωρεί για την «έρημο» του Αγίου Όρους, τα γνωστά Καρούλια. Εκεί από φήμες έμαθε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Η προσευχή του τότε ενισχύθηκε χάριν όλης της ανθρωπότητας. Προσευχόταν για τους σκοτωμένους, για τους φονιάδες, για να μην νικήσει το κακό…
Η απομόνωσή του πήρε τέλος όταν «υποχρεώθηκε» κατά κάποιο τρόπο να γίνει εξομολόγος και πνευματικός πατέρας των αδελφών της Ι. Μονής του Αγίου Παύλου, Οσίου Γρηγορίου, Οσίου Σίμωνος Πέτρας, Οσίου Ξενοφώντος, αλλά και άλλων κελιών και σκητών, στα Νοτιοδυτικά παράλια του Άθωνα. Είχε βέβαια από καιρό αρχίσει να δέχεται αναχωρητές και ερημίτες όπως και να κάνει σ’ αυτούς επισκέψεις. Ήταν μια δύσκολη και άκρως επικίνδυνη αποστολή.
Μετά από τέσσερα χρόνια στους βράχους υπάκουσε στην Μονή του Αγ. Παύλου να ζήσει σ’ ένα σπήλαιο κοντά στο μοναστήρι. Το σπήλαιο ήταν στην απομόνωση, αλλά είχε και παρεκκλήσιο για τους σπηλαιώτες, λαξευμένο σε βράχο. Το χειμώνα το νερό έφτανε μέχρι το κρεβάτι και ούτε φωτιά μπορούσε να ανάψει! Η επισφαλής υγεία του τον ανάγκασε να το εγκαταλείψει τον τρίτο χειμώνα…

